ΕΠΗ

Ιωάννινα: Πραγματικό μουσείο-κόσμημα το μουσείο αργυροτεχνίας

0

Ενα νέο μουσείο μόλις γεννήθηκε στην Ελλάδα και δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Το μουσείο Αργυροτεχνίας του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς στα Ιωάννινα, προσφέρει μια εμπειρία που έρχεται να συναντήσει τον επισκέπτη πριν καν αυτός διαβεί την είσοδό του. Στεγασμένο μέσα στον δυτικό προμαχώνα της νοτιανατολικής ακρόπολης, στο Ιτς Καλέ, εκτείνεται και στο κτίσμα των παλιών μαγειρείων, άρα για να το επισκεφτείς πρέπει να πρώτα διαβείς την πύλη της καστρούπολης. Να αισθανθείς, δηλαδή, ότι μπαίνεις σε έναν χωροχρόνο εντελώς διαφορετικό, σε μια άλλη διάσταση, σε ένα τοπίο ομορφιάς που ξεπερνά το ηπειρώτικο ιδίωμα.

01.GR PIOP 111032_VAR5183
Η εξωτερική όψη του μουσείου στον δυτικό προμαχώνα και στα μαγειρεία. Κατά τις εργασίες αποκατάστασης προστέθηκαν οι δύο καμινάδες που είχαν γκρεμιστεί.

Μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά καθώς ανεβαίνεις προς τα κτίρια μέσα σε μια καταπράσινη διαδρομή,  φτάνεις στο μουσείο. Βρίσκεσαι κάτω από τις τοξωτές καμάρες του, με την γυμνή πέτρα χλωμή σαν ώχρα να παίρνει αίμα από το γκρενά του corian που έχει επενδυθεί στις επιφάνειες της έκθεσης. Οι επιφάνειες αυτές φέρουν στοιχεία ιστορικά για την αργυροτεχνία, οθόνες για την προβολή οκτώ βίντεο ή για εφαρμογές πολυμέσων και επιφάνειες ανάπτυξης υλικών, εργαλείων, αντικειμένων, φωτογραφιών που αφηγούνται την ιστορία της ηπειρώτικης αργυροτεχνίας, κυρίως στην άνθησή της από τον 17ο ως τον 20o αιώνα.

«Τα Γιάννινα, θεωρούνται το κέντρο της τέχνης και της μόδας για όλους τους κομψευόμενους της Ρούμελης» έγραφε στο Λονδίνο το 1938 ο σκωτζέζος διπλωμάτης και πολιτικός David Urghart. Από τα ραφιναρισμένα κοσμήματα γάμου (διαδήματα και πόρπες), ως τα μοναδικής ομορφιάς και τέχνης είδη των πολεμιστών εύπορων και ευυπόληπτων οικογενειών (πιστόλες, παλάσκες, φυλακτά, χαϊμαλιά, πόρπες, καλαμάρια), τα εκκλησιαστικά είδη, τα φημισμένα σαμτάνια (κηροπήγια) και τα ασημένια λεγενόμπρικα για το πλύσιμο των χεριών ή την ασημένια θήκη του μιγλά που είχαν οι αρχοντικές οικογένειες, όλες αυτές οι δημιουργίες των ηπειρωτών αργυροχρυσοχόων παρουσιάζονται μέσα από κομβικές αφηγήσεις. Διότι η λέξη αφήγηση, είναι η λέξη κλειδί για το Μουσείο Αργυροτεχνίας.

02.GR PIOP 111032_VAR5140
Το βίντεο με τον τεχνίτη που σκαλίζει ένα ασημένιο σκεύος υποδέχεται τον επισκέπτη ενώ ο ήχος του σφυριού διαχέεται στο ισόγειο © ΠΙΟΠ, Β. Καραβασίλογλου

Αφηγήσεις που έχουν σχέση με την απάντηση κεντρικών ερωτημάτων ήδη από τη στιγμή που θα μπει ο επισκέπτης στο μουσείο. Η πόρτα ανοίγει και τον υποδέχεται ο ήχος ενός σφυριού το οποίο καθοδηγεί με το έμπειρο χέρι του κάποιος τεχνίτης καθώς σκαλίζει ένα ασημένιο πιάτο. Βλέπουμε την κίνηση αυτή πάνω σε μια οθόνη καθώς στο βάθος εικόνες σύγχρονες των Ιωαννίνων διαδέχονται γκραβούρες του 18ου αιώνα. Κάπως έτσι σημαίνεται η συνέχεια της τέχνης μέχρι και τις μέρες μας στην Ηπειρο και δη στα Ιωάννινα. Με τον ήχο αυτό συνεχίζεται η περιήγηση στο ισόγειο πριν ανέβει κανείς στον πρώτο όροφο και σταθεί έκθαμβος μέσα στη γυάλινη αίθουσα με τις αιωρούμενες κρυστάλλινες θήκες που φυλάσσουν, σαν ιπτάμενα πολύτιμα εξωτικά πουλιά μοναδικές δημιουργίες σε ασήμι.

Πριν φτάσει όμως εκεί ο επισκέπτης, θα κάνει τη διαδρομή του ισογείου διαπιστώνοντας ποιοι ήταν οι τεχνίτες, ποιοι οι τρόποι εργασίας τους, τα εργαλεία, οι τεχνικές, τα εργαστήρια, οι συνθήκες, ποιοι ήταν οι πελάτες τους και οι παραγγελίες. Ιστορία, παρουσίαση βιωματική, εφαρμογές που απαιτούν τη συμμετοχή του επισκέπτη, σχηματίζουν αυτή την αφήγηση σε μια πορεία που μοιάζει τόσο οικεία, αλλά ταυτόχρονα κρύβει και μυστικά που δεν γνωρίζαμε.

Καταγραφή1
Οψη από την επιφάνεια μιας οθόνης πολυμέσων όπου μπορεί ο επισκέπτης να ξεφυλλίσει τα τετράδια με τις σημειώσεις και τα σχέδια φημισμένων τεχνιτών.

Τι είναι το λανάρισμα; Ο χρυσικός; Η ολκιμότητα; Ποιοι ήταν οι πιο φημισμένοι και σπουδασμένοι και στο εξωτερικό τεχνίτες; Τι είναι το σαβάτι, αυτή η μυστική σαν ιεροτελεστία τεχνική; Γιατί υπήρχαν λαγοπόδαρα σε κάθε πάγκο εργασίας; Πόσο νάρκισσοι ήταν τελικά οι οπλαρχηγοί; Λέξεις, έννοιες, μυστικά που δεν φανταζόμασταν ξεδιπλώνονται καθώς ο επισκέπτης μαθαίνει τα πάντα για αυτή την τεχνική της φωτιάς, για την τέχνη της πολυτέλειας, δηλαδή την αργυροτεχνία.

«Τα Γιάννενα πρώτα στα γρόσια και στα γράμματα» αναγράφεται στην πινακίδα που αναφέρεται στους πελάτες των τεχνιτών της Ηπείρου. Και η αλήθεια είναι πως μέσα στο νέο –ένατο κατά σειρά μουσείο του ΠΙΟΠ και τελευταίο, αφού εδώ ολοκληρώνεται ο κύκλος των μουσείων και δίνεται πλέον έμφαση στην ανάδειξη, ενίσχυση, περαιτέρω κοινωνικοποίηση κι ανάπτυξη δράσεων- συναντά κανείς δύο κόσμους: Τους έμπειρους, δεξιοτέχνες χειρώνακτες που τιθάσεψαν τη φωτιά και κυριάρχησαν στο ασήμι (υπάρχει παρουσίαση βιογραφικών και έργων των κορυφαίων εξ αυτών) και τους παραγγελιοδόχους προύχοντες.

12.GR PIOP 111032_VAR4834
Άποψη της μόνιμης έκθεσης «Η εργασία του χρυσικού» © ΠΙΟΠ, Β. Καραβασίλογλου

Βλέποντας κανείς τα περίπου 45 αντικείμενα της μόνιμης συλλογής στον δεύτερο όροφο διαπιστώνει βέβαια πως ιδανικοί και τυχεροί πελάτες ήταν οι νύφες  (μπορείς να μείνεις εκστατικός μπροστά στα διαδήματα από επιχρυσωμένο ασήμι με τα κοράλλια, στις περίτεχνες ζώνες, στις επιβλητικές βαρύτιμες πόρπες) και κυρίως οι οπλαρχηγοί η φαντασία, οι ανάγκες και ο… ναρκισσισμός των οποίων ήταν απολαυστικά. Βλέπουμε στις κρυστάλλινες αιωρούμενες κυψέλες μεδουλάρια (περίτεχνες ασημένιες θήκες με κόκκινα κρόσσια που έφεραν μέσα τους μεδούλι για τη λείανση των όπλων),  παλάσκες διακοσμημένες με σαβάτι φέρουσες μουσουλμανικά στοιχεία (όπως την ημισέληνο), αλλά και τάσια που μοιάζουν να έχουν κέντημα πάνω στο ασήμι (τα κουβαλούσαν οι οπλαρχηγοί για να μεταφέρουν πόσιμο νερό).

Oυσιαστικά η εφαρμογή της ιδέας για τη δημιουργία του μουσείου άρχισε το 2008 οπότε και ξεκίνησαν οι μελέτες για τις εργασίες αποκατάστασης και δημιουργίας των συνθηκών για τη στέγαση του μουσείου στον προμαχώνα και τα μαγειρεία. Με οδηγό μια σπάνια φωτογραφία αποφασίστηκε να δημιουργηθούν ξανά οι δυο καμινάδες πάνω από τη στέγη των μαγειρείων κατά τις εργασίες που άρχισαν το 2012 και ουσιαστικά ολοκληρώθηκαν την άνοιξη του 2016. Από την στιγμή που μπήκαν οι πρώτες γραμμές στις μελέτες μέχρι τα εγκαίνια που έγιναν παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας στις 24 Σεπτεμβρίου χρειάστηκαν, δηλαδή, μόλις έξι χρόνια.

IMG_6777
Μοναδικής τέχνης κοσμήματα, δημιουργίες τεχνιτών της Ηπείρου

Κάποιες αποφάσεις ελήφθησαν όταν ήταν σχεδόν όλα έτοιμα και πριν μπουν οι προθήκες. Περπατώντας μέσα στο χώρο η πρόεδρος του ΠΙΟΠ Σοφία Στάικου σκέφθηκε πως το κυρίαρχο χρώμα πρέπει να είναι το γκρενά, ότι πρέπει να μπουν επιφάνειες corian σε αυτή την απόχρωση για να «θερμάνουν» την πέτρα χρωματικά. Επίσης αποφάσισε να αναδειχθούν ως στοιχεία του χώρου οι γυμνές υδρορρόες με τον κατάλληλο φωτισμό.

Η Σοφία Στάικου τη βραδιά των εγκαινίων, τόνισε ότι με το Μουσείο Αργυροτεχνίας κλείνει ο κύκλος της δημιουργίας μουσείων του ΠΙΟΠ που ξεκίνησε πριν από 15 χρόνια και ανέπτυξε εννιά μουσεία σε όλη τη χώρα. «Ολοκληρώθηκε ένας κύκλος προσφοράς στις τοπικές κοινωνίες, στον πολιτισμό και στον τουρισμό με αυτά τα μουσεία που αφορούν σε ολόκληρα κομμάτια της οικονομικής και πολιτιστικής ιστορίας της Ελλάδας», τόνισε η πρόεδρος του ΠΙΟΠ, τονίζοντας πως η περίπτωση των μουσείων αυτών δείχνει πως ο πολιτισμός αποτελεί έναν ισχυρό μοχλό ανάπτυξης για την τοπική αυτοδιοίκηση.

17.GR PIOP 111032_VAR4976
Άποψη της μόνιμης έκθεσης Συλλογή έργων Ηπειρώτικης Αργυροχρυσοχοΐας, 18ος– 20ός αιώνας © ΠΙΟΠ, Β. Καραβασίλογλου

Αναφερόμενη στα μελλοντικά σχέδια σε σχέση πρότεινε τη δημιουργία ενός ετήσιου συνεδρίου διαδοχικά σε κάθε ένα από τα εννιά μουσεία προκειμένου να γίνει προγραμματισμός και ανάπτυξη δράσεων για κάθε ένα από αυτά σε συνεργασία με τους εννιά δήμους που τα φιλοξενούν.  Αλλά όχι μόνο. Σειρά έχει τώρα η απεύθυνση σε όλο τον κόσμο.

Λέγοντας πως πρέπει να πιστέψουμε στις δυνάμεις της Ελλάδας και ότι η ίδια κρατά τις ελπίδες της ζωντανές, η κυρία Στάικου τόνισε πως στις προθέσεις του ΠΙΟΠ είναι οι δράσεις στο εξωτερικό για την προβολή των μουσείων και την αξιοποίηση νέων δρόμων που ανοίγονται. Εξέφρασε την ελπίδα ότι η νέα διοίκηση της Τράπεζας Πειραιώς θα συνεχίσει το ίδιο όραμα και την ίδια πορεία για το ΠΙΟΠ και τόνισε τη σημασία που έχει «να κερδίζουμε στην οικονομία και να προσφέρουμε στον πολιτισμό».

20160924_115917
Aπό αριστερά: Μεδουλάρι (περίτεχνη θήκη με κόκκινα κρόσσια που έφεραν μέσα τους μεδούλι για τη λείανση των όπλων), δύο παλάσκες διακοσμημένες με σαβάτι φέρουσες μουσουλμανικά στοιχεία (όπως την ημισέληνο),  και τάσι

Με προσδοκίες για τουλάχιστον 60.000 επισκέπτες ετησίως στο Μουσείο Αργυροτεχνίας και πλήθος δράσεων εκπαιδευτικών και όχι μόνο να σχεδιάζονται ήδη σε συνεργασία με την τοπική κοινωνία, οι οιωνοί δείχνουν πως το μουσείο που μόλις γεννήθηκε στην Ελλάδα έχει τις προοπτικές για να αγαπηθεί, να κατοικηθεί και να εμπνεύσει. Αλλωστε οι ιστορίες που αφηγείται έχουν την οικεία αφή της καθημερινότητας και την λάμψη της πολυτέλειας. Όπως αποκαλύπτονται μέσα από λέξεις, πρόσωπα και εικόνες σαν τις παρακάτω που αντικρίζει ο επισκέπτης:

Χρυσικός – Ο τεχνίτης που επεξεργαζόταν το ασήμι και τον χρυσό (αν και πολύ λιγότερο το δεύτερο πολύτιμο μέταλλο). Λεγόταν και κουγιουμτζής ή τζοβαερτζής. Η πρώτη λέξη προέρχεται από το «χρυσοχόος» στα τούρκικα και η δεύτερη από το «κοσμηματοπώλης» στα αραβικά. Εξαιρετικά δεξιοτέχνης, χρησιμοποιούσε για τα χυτά μικροκοσμήματα όχι μόνο παντέφια αλλά και κόκκαλο σουπιάς. Από τα μέσα του 20ου αιώνα έπρεπε να έχει πλέον και γνώσεις γεμολογίας, επισκευής ρολογιών, τοποθέτησης φακών σε γυαλιά οράσεως κ.α..

Καλαρρύτες –  Το βλαχοχώρι όπου μεγαλούργησε η ηπειρώτικη αργυροτεχνία. Από τους Καλαρρύτες ήταν ο περίφημος τεχνίτης Σωτήρης Βούλγαρης που στη συνέχεια ίδρυσε στην Ιταλία τον οίκο Bulgari. Εδώ έζησε και η οικογένεια Νέσση με πρώτο τον παππού Βασίλειο Νέσση που σπούδασε στην Ιταλία, τον γιο του Απόστολο και τον εγγονό Βασίλειο. Μάλιστα το 1910 το εργαστήριο της οικογενείας έβαλε αγγελία στην εφημερίδα «Ηπειρος» όπου αναγραφόταν ότι χρησιμοποιούσε ηλεκτρισμό για τις εργασίες επαργύρωσης και επιχρύσωσης. Στους Καλαρρύτες έζησε αλλά και δημιούργησε και η οικογένεια Τζομάκα.

15.GR PIOP 111032_VAR4874
Άποψη της μόνιμης έκθεσης Οι τεχνίτες τον 19ο και τον 20ό αιώνα © ΠΙΟΠ, Β. Καραβασίλογλου

Λαγάρισμα – Τεχνική καθαρισμού του ασημιού από τις προσμείξεις, διαδεδομένη από τον 16ο αιώνα. Μέσα σε ένα λάκκο στρωμένο με στάχτη και φύλλα κρεμμυδιού, τοποθετούσαν ασημικά διαφόρων κραμάτων μαζί με μόλυβδο. Τα σκέπαζαν με ξύλα και άναβαν ζωηρή φωτιά. Όταν έλιωναν τα ασημικά, η φωτιά «ταϊζόταν» με μόλυβδο που με τον αέρα μετατρεπόταν σε λιθάργυρο παρασύροντας τα μη ευγενή μέταλλα. Δημιουργούνταν μικρά κομμάτια στάχτης γνωστά ως γκινέδες που περιήχαν όλα τα ξένα στοιχεία και αφαιρούνταν εύκολα.

Λαγοπόδαρα – Τα συναντούσε κανείς πάνω σε κάθε πάγκο εργασίας. Όχι δεν πρόκειται για κάποιο ξόρκι ή μυστικό καλοτυχίας των τεχνιτών. Τους ήταν απαραίτητα για να μαζεύουν τα ρινίσματα από τον πάγκο.

Αρχοντόσπιτα και προικοσύμφωνα – Τα αρχοντικά του 19ου αιώνα είχαν οπωσδήποτε σαμτάνια (τα ασημένια κηροπήγια), ασημένιο λεγενόμπικο για το νύψιμο των χεριών, περίτεχνα σκαλισμένα ασημένια σκεύη για το γλυκό και σκεύη για την προσφορά δώρων κυρίως σε οθωμανούς αξιωματούχους. Αναφορές στα ασημικά συναντάμε και στα προικοσύμφωνα της εβραϊκής κοινότητας: ασημένια ρολόγια, κουτάλια, ταμπακιέρες. Αντικείμενο ενδεικτικό του κύρους ήταν ο ασημένιος μιγλάς, θήκη όπου έμπαιναν οι περγαμηνές με τα ιερά κείμενα.

 

[Πηγή: protagon.gr]

Σχόλια

Comments are closed.