BOOKSPOT

Νίκος Φιλίππου: Το ball boy του ΠΑΣ Γιάννινα με την τεράστια καριέρα!

0

Ιωάννινα, Θεσσαλονίκη, Αθήνα. Από ball boy στους αγώνες του ΠΑΣ Γιάννενα, στο Καραϊσκάκη φανατικός οπαδός του Ολυμπιακού. Ενδιάμεσα 30 χρόνια παρουσίας στο μπάσκετ, με μοναδικά ρεκόρ σε Άρη, ΠΑΟΚ, Εθνική Ομάδα. Ο Νίκος Φιλίππου που χώρεσε και στο τραγούδι των Γκάλη-Γιαννάκη, θυμάται την εποχή που ήταν «ούζο» και εξιστορεί τη συναρπαστική ζωή του σε μια Unique συνέντευξη στον Γιάννη Φιλέρη.

Δεν είναι πολλοί οι άνθρωποι του μπάσκετ, που κατάφεραν τα τελευταία 30 χρόνια και βάλε να τα ζήσουν όλα. Όλο και … κάτι (θα) τους είχε ξεφύγει. Ο Νίκος Φιλίππου είναι ένας από εκείνους που στο βάθος της συνολικής διαδρομής ήταν εκεί. Με διάφορες ιδιότητες. Με διάφορες αποχρώσεις. Γιατί το περίφημο «παιδί από τη Λίμνη», όπως πρωτολανσαρίστηκε όταν άρχισε να γίνεται γνωστός, έχει κάνει τα πάντα. Και έχει τα δικά του μοναδικά ρεκόρ.

Είναι ο μοναδικός παίκτης που στη δεκαετία του αιώνιου μίσους Άρη και ΠΑΟΚ στο μπάσκετ, πήρε πρωτάθλημα και με τους δύο! Μέλος της αυτοκρατορίας των «κιτρινόμαυρων», που σάρωσε τους τίτλους στα 80’ς κατέληξε στον ΠΑΟΚ του 1992, έχοντας μάλιστα παραχωρηθεί σα μεταγραφή (70 εκατομμύρια συν το Μέμο Ιωάννου, σε μια ανταλλαγή που είχε κάνει τεράστια αίσθηση). Πήρε τον τίτλο που κυνηγούσε ο Δικέφαλος (και ο ίδιος έκανε ό,τι μπορούσε για να μη τον κατακτήσει), ενώ έπαιξε μαζί του και στο φάιναλ-φορ της Αθήνας το 1993, το 4ο της καριέρας του μετά τα τρία που έγραψε το κοντέρ, όταν φορούσε τα «κίτρινα»!

Ο Φιλίππου, όμως, δεν σταμάτησε μόνο εκεί. Το 2005, ήταν τιμ-μάνατζερ της Εθνικής Ομάδας και μαζί με τον κόουτς Παναγιώτη Γιαννάκη, συνέδεσαν τον ιστορικό θρίαμβο του Βελιγραδίου με την ιστορική ομάδα του 1987. Του Ευρωμπάσκετ της Αθήνας. Μεταξύ μας, αυτός ο άνθρωπος μοιάζει να έχει το κοκκαλάκι της νυχτερίδας. Ήταν μέλος του μεγάλου Άρη, μετείχε στην κορυφαία ομάδα του ΠΑΟΚ, συμμετείχε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε τέσσερα μετάλλια της Εθνικής (παίκτης το 1987 και το 1989, τιμ μάνατζερ το 2005, το 2006) από τα έξι που έχει πάρει. Μέχρι και στο τραγούδι του Άρη, «με τον Γκάλη, το Γιαννάκη» … χώρεσε και πέρασε στην αιωνιότητα.

Κι όλα αυτά, ενώ μικρό παιδί έδινε την μπάλα στον Εδουάρδο Λίσα, τερματοφύλακα της θρυλικής ομάδας των Ιωαννίνων, πέρασε τα καλύτερα χρόνια της ζωής του στη Θεσσαλονίκη και τώρα δεν χάνει παιχνίδι του Ολυμπιακού στο Καραϊσκάκη! Μια πολυσχιδής προσωπικότητα, που κουβαλάει ακόμη και τώρα στα 54 την τρέλα η οποία τον έχρισε «αιώνιο» φίλο του Παναγιώτη Φασούλα, εξόργιζε τον Γιάννη Ιωαννίδη και χάρισε σε όλους εμάς, ορισμένες από τις κορυφαίες σκηνές του ελληνικού μπάσκετ … χωρίς ακριβώς το μπάσκετ.

Ο Φιλίππου κατεβαίνει από το πούλμαν της Εθνικής και ανεβαίνει σε ένα μηχανάκι, από τα χιλιαδες που πανηγύριζαν την πρόκριση επί της Γιουγκοσλαβίας, ο Φιλίππου δένει με χειροπέδες τον Φασούλα, ο Φιλίππου όταν ο Ιωαννίδης λέει στην προπόνηση του Άρη «πάρτε τις θέσεις» πάει και κάθεται στον πάγκο! Πίσω, βέβαια, από το προσωπείο του χωρατατζή, του φίλου που λέει πρώτος το αστείο στην παρέα, κρύβεται ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος, που σκέφτεται και μιλάει γρήγορα, ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας με μια ωραία και μεγαλη οικογένεια που δημιούργησε μαζί με τη σύζυγό του Στέλλα, από το 1994 και μετά.

Δυο ώρες και βάλε μιλάγαμε μαζί. Πήγαμε για καφέ και βρεθήκαμε να τρώμε, ας είναι καλά το Nallu Cafe. Άλλα έτσι δε γίνεται όταν βρίσκεις ένα καλό σου φίλο κι αρχίζεις και θυμάσαι τα παλιά; Ε, κάπως έτσι έγινε. Μια συζήτηση, σχεδόν αναδρομή στην σύγχρονη ιστορία του μπάσκετ. Πάμε…

«Από που ν’ αρχίσω; Μα τι λέω εκεί που γεννήθηκα. Είμαι λοιπόν στα, Γιάννενα, είμαι 13 ετών 14 και κάθομαι κάτω από τη μπασκέτα, και νομίζω ότι είναι ούφο. Δεν ξέρω καν τι είναι μπάσκετ. Έπαιζα ποδόσφαιρο, τερματοφύλακας. Ασχολήθηκα και με το στίβο, όπου με είχε βάλει ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν κι αυτός αθλητής, έτρεχα 100 μέτρα, πήδαγα ύψος»

Φαντάζομαι, άρχισες να ψηλώνεις. Έτσι δεν γίνεται συνήθως;

«Ναι, πήρα ύψος αλλά όχι όπως φαντάζεσαι. Δεν ήμουν ο ψηλότερος στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου. Ψήλωσα αργότερα, αλλά … ψήλωσα. Ξεκίνησα με τον ΑΓΣΙ, έπαιζα και μάθαινα. Ήρθαν και κάποια παιδιά, από την Αθήνα, που ήξεραν μπάσκετ να σπουδάσουν στο Πανεπιστήμιο, ήρθε κι ένας άνθρωπος, ονόματι Μίλτος Ασπιώτης, ο οποίος ουσιαστικά με έμαθε μπάσκετ. Σε αντάλλαγμα, εγώ του έδωσα … την αδερφή μου κι έχουν κάνει μαζί τρία παιδιά! Ήταν ένας πρωτοπόρος της αποκέντρωσης, αν σκεφτείς ότι μιλάμε για τέλος δεκαετίας του 70, που ήρθε από την Αθήνα στα Γιάννενα, να εργαστεί σαν οφθαλμίατρος και να ζήσει στην περιφέρεια. Έτσι ξεκίνησα να παίζω μπάσκετ και να βελτιώνομαι. Με τον ΑΓΣ Ιωαννίνων, αρχίσαμε να γινόμαστε γνωστοί όταν παίξαμε στη Β Εθνική, την αμέσως επόμενη κατηγορία μετά τη μεγάλη κατηγορία. Όταν παίξαμε με τον Παναθηναϊκό του Κορωναίου, του Στεργάκου και του Κάππου, με είδαν οι άνθρωποι του ΠΑΟ.

Στα μπαράζ του Βόλου για την κατάταξη της Β Εθνικής, είχε κατέβει ο μακαρίτης ο Ανέστης Πεταλίδης να με δει, για λογαριασμό του Άρη. Είχα παίξει Εθνική Εφήβων, μετά από εισήγηση του Ντουκσάιρ, σε τουρνουά στη Μόσχα (με προπονητή τον Ιωαννίδη) ενώ η ομοσπονδία με είχε στείλει και στην Αμερική. Λέω πολλές φορές ότι η ΕΟΚ είναι, για μένα το σπίτι μου. Δεν είναι ψέμα. Με έστειλε στην Αμερική σε ηλικία 16 ετών, βλαχάκι, χωριατάκι, μαζί με Μπακόπουλο,Τσουγκράνη κι έναν άλλο, τον Μπότσιο σε καμπ. Πώς ήταν η εμπειρία μου; Σα να σε στέλνουν ξαφνικά στον παράδεισο; Απίστευτα πράγματα, ειδικά για ένα παιδί, που πήγαινε ακόμη σχολείο. Τότε φορούσα και έπαιζα γυαλιά. Πρώτη φορά, άνθρωπος της ομοσπονδίας με πήγε να φορέσω φακούς επαφής. Κάποιος νοιαζόταν για μένα και ήταν πολύ σημαντικό…»

Κι έτσι σε μαθαίνει ο κόσμος του μπάσκετ. Και οι λεγόμενοι μεγάλοι….

» Ναι το καλοκαίρι του 81, ενδιαφέρεται το … ΠΟΚ, για την αφεντιά μου. Ο Ολυμπιακός, με τον Πέτρο Χατζηκώστα, που ξεκίνησε να έρθει στα Γιάννενα, αλλά έμεινε στο δρόμο. Ο Παναθηναϊκός με το Γιάννη Μαλακατέ, ο οποίος με πήγε στον «καπετάνιο»»

Τον Βαρδινογιάννη;

«Ναι, είχαμε πάει στο γραφείο του. Μου είπε «αν αξίζεις, θα παίξεις στον Παναθηναϊκό». Αλλά δεν ήταν μόνο οι αιώνιοι. Και η ΑΕΚ με το Βαγγέλη Νικητόπουλο και τον συγχωρεμένο τον Δημοσθένη Πασχαλίδη, είχα επαφές. Μίλαγα για μεταγραφή, με ένα ποσό γύρω στις 700.000 δραχμές. Ο Άρης ήρθε και τίναξε την μπάνκα, μου έδωσε 1.000.000 δραχμές και μάλιστα με δυο χρόνια υποσχετική».

Ο καργιόλης Φασούλας είχε προφητεύσει ότι θα περάσουμε τρεις μεγάλες Παρασκευές

Φοράς, λοιπόν, τα κτρινόμαυρα.

«Πρώτος προπονητής ο Ίβκοβιτς. Με το που με είδε στην προετοιμασία, είπε «να τον πάρετε, κλείστε τον». Ατυχία, που δεν τον είχα πολύ καιρό να προπονούμαι. Ήμουν πρωτοετής στη Γυμναστική Ακαδημία και πηγαινοερχόμουν, στην Αθήνα. Η σεζόν δεν είχε τελειώσει καλά, χάσαμε τον τίτλο τότε από τον Παναθηναϊκό και μετά έρχεται ο Ιωαννίδης. Η χρονιά ξεκινάει με απεργία παικτών που διεκδικούσαν κάποια χρήματα, με τον ξανθό να τρελαίνεται, βλέποντας … τους συνδικαλιστές. Ο Ιωαννίδης έκανε «εκκαθαρίσεις» θέλοντας να ανανεώσει την ομάδα. Έφυγαν, αν θυμάμαι καλά, Ανανιάδης, Γιαννουζάκος, Βαμβακούδης και είχε φέρει Χριστοφάκη και Καραγιώργη. Τους Ελληνοαμερικάνους. Παίρνουμε το πρώτο πρωτάθλημα.

Έρχεται το ’84, η διαβολοεβδομάδα που χάνουμε τα πάντα, που ο καργιόλης Φασούλας είχε προφητεύσει ότι θα περάσουμε τρεις μεγάλες Παρασκευές. Μεγάλη Τετάρτη χάσαμε από τον ΠΑΟΚ στο Κύπελλο και την Τρίτη του Πάσχα το πρωτάθλημα χάσαμε από τον Παναθηναϊκό στο μπαράζ της Κέρκυρας.Μετά, έγινε η κίνηση ματ έρχεται ο Γιαννάκης, αλλάζουν τα πάντα και δημιουργείται η αυτοκρατορία. Βάζω άνω τελεία και λέω, όσο αντικειμενικά μπορώ να το πω. Έχουν προκύψει αρκετές ομάδες-δυναστείες στο ελληνικό μπάσκετ. Ο Άρης είχε τις περισσότερες συμπάθειες και τις λιγότερες αντιπάθειες…»

Δίκιο έχεις. Ήταν η εποχή ενός πανελλήνιου μπασκετικού φροντιστηρίου, με καθηγητές εσάς. Τον Ιωαννίδη και τους παίκτες του Άρη

«Η συγκυρία ήταν ιδανική. Ο Άρης ότι μπήκε ελέω τηλεόρασης στα σπίτια όλων των Ελλήνων. Κι αυτό μας έκανε δημοφιλείς, απ’ άκρη σ΄άκρη. Μαζί ήρθε και η έκρηξη της Εθνικης Ομάδας. Όλα για μας ήταν πρωτόγνωρα. Ξέρεις, εγώ πρώτη φορά είδα Γκάλη και Γιαννάκη σαν … συμπαίκτες μου, στην προπόνηση! Μοιάζει αδιανόητο, με τα τωρινά δεδομένα, αλλά έτσι ήταν. Δεν είχαμε εικόνες από το μπάσκετ. Θυμάμαι μόνο τους αγώνες του Ολυμπιακού στο Πρωταθλητριών το 1979, με τον Τζένκινς, ή το αιώνιο δευτερόλεπτο του Παναθηναϊκού εναντίον της ΤΣΣΚΑ. Τρία-τέσσερα παιχνίδια, βλέπαμε το χρόνο.

Έχεις λοιπόν τον Γκάλη, με τον οποίο πήρατε το πρωτάθλημα του 83. Ξαφνικά έρχεται και ο Γιαννάκης. Καταλαβαίνετε ότι … κάνετε κάτι μεγάλο;

«Εκείνη τη στιγμή δεν το συνειδητοποιούσαμε, πόσο καλοί θα γινόμασταν. Σίγουρα ήταν μεγάλη ενίσχυση με το Γιαννάκη, αλλά το ζήσαμε σιγά-σιγά. Το καταλαβαίναμε σταδιακά…»

Εγώ τους έβαλα στο τραγούδι. Στην αρχή ήταν Και το βράδυ, το βραδάκι, ο Φιλίππου και τ’άλλα παιδιά

Μαζί το κατάλαβαν οι Ευρωπαίοι που γνώριζαν βραδιές μεγάλης δοκιμασίας στο καυτό Αλεξάνδρειο, το γνώρισαν οι αρειανοί οπαδοί, που γέμιζαν το γήπεδο δυο και τρεις ώρες πριν από το τζάμπολ, το απόλαυσε όλη η Ελλάδα και το τραγούδησε, με το περίφημο τραγούδι, επιτυχία της εποχής «και το βράδυ, το βραδάκι». Η Μαρινέλα, φαν του Άρη, το έκανε «με τον Γκάλη, το Γιαννάκη, το Φιλίππου και τα άλλα παιδιά, τραγουδάμε και νικάμε κάθε ομάδα που είναι μπροστά». Με τον Γιάννη Πάριο, επίσης θαμώνα του Αλεξάνδρειου, έδιναν ρεσιτάλ στη Θεσσαλονίκη:

Πώς, όμως, ο Φιλίππου πέρασε όλους τους υπόλοιπους και μπήκε αμέσως μετά τον Γκάλη και τον Γιαννάκη; Πέραν του ότι ήταν παιχτάρα (δεν τον ήθελαν άδικα οι τρεις μεγάλοι του κέντρου, δεν τρελάθηκε χωρίς λόγο για την πάρτη του ο Ιωαννίδης, τεσσάρια με τη δική του ταχύτητα, το άλμα και την «αντίληψη» στο παρκέ, δεν υπήρχαν σε όλη την Ευρώπη) κι ας μη το … ξέρει, υπάρχει και κάτι άλλο, που ο ίδιος το εξιστορεί όσο καλύτερα γίνεται:

«Το τραγούδι έχει ολόκληρη ιστορία. Κάποιοι … με μίσησαν. Το δίδυμο Γκάλης-Γιαννάκης, δεν μπορούσε κανείς να το αμφισβητήσει. Ήμουν εγώ ο  τρίτος; Αξιολογικά όχι! Μπήκα, όμως, πρώτος στον στίχο. Εγώ τους έβαλα! Πριν από την Μαρινέλα και πριν γίνει το «Ακρόαμα» της μόδας. Όπως λέει και ο Χάρρυ Κλυνν, εμείς τα χτίσαμε αυτά τα μαγαζιά. Αν και αυτός που το ανακάλυψε, δεν πάει το μυαλό σου. Ο … Δοξάκης! Πηγαίναμε, λοιπόν, στο «Ακρόαμα» και το μαθε και ο Ιωαννίδης, που ερχόταν εκεί για να δει αν ξενυχτάμε!

Ακόμη τον θυμάμαι να λέει, όταν ας πούμε κερδίζαμε την Πέμπτη τη Μακαμπί και το Σάββατο παίζαμε με τον Πανιώνιο: «Το βράδυ δεν έχει Ακρόαμα. Δεν θα πάτε». Πηγαίναμε, φυσικά. Μέχρι τις 5 τα ξημερώματα, εκεί ήμασταν. Δεν μπορούσες να μη το ζήσεις, όλο αυτό. Στο Ακρόαμα, λοιπόν, ξεκίνησε να παίζει το τραγούδι παραφρασμένο ως εξής: «Και το βράδυ, το βραδάκι, ο Φιλίππου και τ’ άλλα παιδιά». Επειδή ήμουν εκεί. Με τον Άρη, βέβαια, παραφράζονταν, σχεδόν όλα τα τραγούδια. Δέκα παλικάρια, κλπ, κλπ. Το «βράδυ, το βραδάκι» ήταν επιτυχία. Πήρε κι αυτό το δρόμο του.  Το άκουσε η Μαρινέλα, που ερχόταν στο γήπεδο, έβαλε όλα τα υπόλοιπα και έγινε καθαρά αρειανό το τραγούδι.

Μπορεί, λοιπόν, να αισθάνθηκαν κάποιοι πικρία αλλά ήμουν … εκεί, ρε παιδί μου. Εμένα είδαν πρώτο, εμένα έβαλαν. Ήταν απίστευτη η εποχή, αλλά κι η δική μας τρέλα. Η τρέλα της ηλικίας. Με τον Πέτρο τον Σταμάτη, εκτός από το Ακρόαμα, ήμασταν κολλημένοι με τις μηχανές. Που μας έχανες, που μας έβρισκες, καβαλάγαμε εντούρο και τρελαινόταν ο Ιωαννίδης, που είχε απαγορεύει τις μοτοσυκλέτες δια ροπάλου…»

Προφανώς, δεν ήσουν αρειανός, έγινες στην πορεία…

«Αν με ρωτήσεις τι ομάδα είμαι, αυτό που επέλεξα πρώτα-πρώτα, όταν ήμουν μικρός, θα σου απαντήσω ΠΑΣ Γιάννενα. Αυτή την ομάδα αγάπησα, πηγαίνοντας στο γήπεδο και πετώντας την μπάλα στον Λίσα. Αυτή ήταν η επιλογή μου. Εκείνη την ομάδα, με Κοντογιωργάκη, Αλβαρέζ, Γκλασμάνη, την έβλεπε κάθε Κυριακή από το 1974 και μετά. Ήμουν ένα … ούζο, που πετούσε την μπάλα στον τερματοφύλακα, τον Λίσα.

Τι ούζο;

«Έτσι έλεγαν τότε τα μπολ μπόις. Καθόμασταν, πίσω από το τέρμα και επειδή η συνηθισμένη διαφήμιση ήταν το Ούζο 12, μας βγήκε το παρατσούκλι»!

Από ούζο (μπολ-μπόι) 12, μίστερ 11 του Άρη. Στην εποχή της μεγάλης δόξας. Δεν τα κατάφερες κι άσχημα.

«Ζήσαμε παράνοια με τον Άρη. Κυκλοφορούσαμε στη Θεσσαλονίκη και νιώθαμε πιο … ψηλοί απ’ όσο ήμασταν. Αλλά το ζήσαμε αγνά. Θα σου πω κάτι. Το πικ στην καριέρα μου, ήταν η τριετία 1986-89, όπου συμπεριλαμβάνεται η τρομερή πορεία του Άρη, συν το Ευρωμπάσκετ 87. Η ζωή μου ήταν στο καφενείο να παίζω μπουρλότο με τους φίλους μου, να κάνω χαβαλέ στο Ακρόαμα και να μένω σε ένα δυαράκι στην Κάτω Τούμπα, στον πρώτο όροφο. Δεν είχαμε κάποια έπαρση, για πολυτέλειες κλπ. Στις ταβέρνες, στο καφενείο, με τους φίλους, το ζούσαμε ανθρώπινα και ταπεινά. Δεν είχε επέλθει ακόμη η μεγαλομανία και ο νεοπλουτισμός»

Θα σημειώσω, ότι ο Άρης έβαλε και τον όρο επαγγελματικός αθλητισμός σε άλλου είδους βάση στην Ελλάδα…

«Ευτυχής συγκυρία ήταν. Βρέθηκαν όλοι οι κατάλληλοι παίκτες για να φτιάξουν μια ομάδα σαν τον Άρη. Ήταν όλα τα εργαλεία. Ένα προς ένα. Τότε, καταφέραμε να ανατρέψουμε και την άποψη ότι ο καλύτερος παίκτης είναι εκείνος που βάζει περισσότερους πόντους. Ήταν πάγια τακτική στην όποια κριτική των αγώνων κι εμείς, μάλιστα μεταξύ μας, λέγαμε να αποφύγουμε το … κόμμα. Δεν μετρούσαν τίποτε άλλο. Σε πληροφορώ ότι σε όποιο ματς είχα πάνω από 10 πόντους, είχα και διψήφιο αριθμό ριμπάουντ. Αποκλείεται να μην είχα. Στα διάφορα τέντεξ, μέντεξ της αξιολόγησης, που κάποιοι φίλοι είχαν μανία επηρεασμένοι από την Ιταλία, να τα υπολογίζουν, μου έλεγαν «πάλι ήσουν πρώτος» και άλλα τέτοια κουφά, στα οποία δεν έδινα τόσο μεγάλη σημασία…»

Η ΣΧΕΣΗ ΑΓΑΠΗΣ-ΜΙΣΟΥΣ ΜΕ ΤΟΝ «ΠΑΤΕΡΑ» ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΚΑΙ Ο «ΑΛΛΟΣ» ΓΚΑΛΗΣ

Ο Άρης στριφογύριζε γύρω από την φυσιογνωμία του Γιάννη Ιωαννίδη, που φουριόζος με το τσιγάρο στο στόμα, έβριζε, φώναζε, αλλά τελικά πετύχαινε να παίρνει μεγάλες νίκες. Με τον Φιλίππου, «το παιδί του» η σχέση ήταν ταραχώδης. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ο συνδυασμός ήταν εκρηκτικός. Ο Ιωαννίδης, που ήθελε να τα ελέγχει όλα και ο Φιλίππου, που δεν μπορούσε να κρατήσει το στόμα του κλειστό.

«Ο Ιωαννίδης είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο είχα μια τρελή σχέση αγάπης και μίσους, ταυτόχρονα. Ίσως γιατί, όπως είπε πρόσφατα, ήμουν ο αγαπημένος του παίκτης. Πάντα μένει, όμως, αυτό που λέμε η οικογένεια. Και για μένα ο ξανθός είναι η οικογένεια. Ο πατέρας μου, που σου μαθαίνει πράγματα, σου φωνάζει, τσακώνεσαι μαζί του, τον τσαντίζεις και λοιπά. Δεν το έκανα επίτηδες, αλλά λόγω χαρακτήρα, πετούσα εν γνώσει μου μια ατάκα που τον έκανε έξαλλο…»

– Και έκανες χειρότερα. Όπως τότε, που είπε πηγαίνετε στις θέσεις σας και εσύ κάθισες στον πάγκο. Είναι αλήθεια;

«Ναι, ήταν η προπόνηση πριν από ένα αγώνα με τη Γιουγκοπλάστικα στο Σπλιτ, τον οποίο μάλιστα τον κερδίσαμε, όταν είπε «τώρα, για πέντε λεπτά θα κάνετε, ό,τι και στον αγώνα». Ε, πήγα και έκατσα στον πάγκο! Αυτά του έκανα. Το παράπονό μου, λοιπόν, είναι ότι δεν ρίσκαρε να με βγάλει λίγο πιο έξω από τη ρακέτα. Δεν τον κακίζω. Έτσι ήταν το μπάσκετ τότε. Θα μπορούσα να παίξω μακριά από το καλάθι. Είχα σαν πρότυπο, τον Ντέντλεφ Σρεμπφ, που έπαιζε με την ίδια άνεση, είτε μέσα, είτε έξω από τη ρακέτα. Στο ύψος μου, θηρίο, που έπαιζε παντού. Αν έπαιζα τώρα, θα ήμουν ένα ελαφρύ τεσσάρι με σουτ. Μου άρεσε να παίζω και χωρίς την μπάλα, είχα αντίληψη του χώρου. Έτρεχα κιόλας. Ο Ιωαννίδης, με είχε πει «ο λευκός μαύρος». Αλλά … έξω δεν με έβγαλε.

Ο Ιωαννίδης με αγαπάει. Κι εγώ. Δε γίνεται αλλιώς, με αυτά που έχουμε περάσει. Μια φορά, έλεγε στο πούλμαν στου Ολυμπιακού «ρε όχι στη γαλαρία, μου χάλασε το καλύτερο παιδί, τον Φιλίππου». Εκεί καθόμουν, πάντα. Στη γαλαρία. Ήθελε να τα ελέγχει όλα ο ξανθός. Τρελαινόταν με τις μηχανές, δεν ήθελε να τις καβαλάμε, μας κυνηγούσε να μη ξενυχτάμε. Μια φορά, έμαθε ότι ψιλοκαπνίζουμε. Μας μαζεύει σε μια γωνία, εμένα τον Σταμάτη και το Λυπηρίδη. Αρχίζει και ρωτάει έναν-έναν. Ο Σταμάτης κι εγώ αρνιόμαστε. Ο Λυπηρίδης, θέλησε να πει την … αλήθεια, λέγοντας «καμιά φορά κόυτς…» Ε, του άλλαξε τα φώτα για τους επόμενους δυο μήνες».

Ο Γκάλης θα έπαιζε μέχρι τα 40, αρκεί να βρισκόταν κάποιος να τον πείσει να γίνει πλέι-μέικερ

Είπες ότι γνώρισες τον Γκάλη, μέσα από την προπόνηση. Πώς ήταν η εμπειρία;

«Ο Γκάλης ήταν ο … Γκάλης. Εμείς τον ζήσαμε από πρώτο χέρι. Από τις προπονήσεις, που έκανε όργια, μέχρι τους αγώνες. Φυσικά είχε και κουσούρια, χωρίς αυτό να μειώνει στο ελάχιστο την αξία και την προσφορά του. Άνθρωπος είναι, όμως κι αυτός. Ήταν τρομερός πασέρ, αν και έχω να λέω ότι τις καλύτερες ασίστ μου τις έδινε στα … φιλικά (γέλια). Σε ένα τέτοιο ματς, μου έκανε μια τρομερή πάσα, μέσα από οκτώ παίκτες και βρέθηκα ξαφνικά φάτσα με το καλάθι. Πως και από πού πέρασε η μπάλα, ούτε που το κατάλαβα.

Ναι αλλά στον Σπόρτιγκ άλλο σου είπε…

«Χα,χα. Ε, ήταν επίσημο ματς. Φεύγουμε στον αιφνιδιασμό κι ενώ είμαι ολότελα ξεμαρκάριστος, πάει και κάνει μόνος του στην επίθεση. Γυρίζοντας του λέω «Νικ, μόνος μου ήμουν». Με κοιτάει με το γνωστό βλέμμα και μου λέει: «Δώδεκα πόντους έχεις βάλεις. Θέλεις κι άλλους;» Μετρούσε τα πάντα. Κομπιούτερ! Ήξερε, τι έκανε μέσα στο γήπεδο. Και το έκανε στην εντέλεια. Κατά τη γνώμη μου θα έπαιζε μέχρι τα σαράντα και ίσως παραπάνω, αρκεί να βρισκόταν κάποιος να τον πείσει να γίνει πλέι-μέικερ. Να αφήσει κατά μέρος στο σκοράρισμα και να γίνει μόνο δημιουργός. Τρομερός!

Θα συμφωνήσω, επίσης, με κάτι που είπε στην πρόσφατη συνέντευξή του (σ.σ στην εφημερίδα Documento και στο Νίκο Παπαδογιάννη). Ο Γκάλης δεν ήταν μονόχνωτος, ούτε απόμακρος, όπως πολλοί νομίζουν. Ένα ρομπότ, δηλαδή, που έκανε προπόνηση, δεν μιλούσε σε κανέναν και τον ενδιέφερε μόνο ο εαυτός του. Λάθος. Ήταν ατακαδόρος, δεχόταν την πλάκα, έκανε κι αυτός, συμμετείχε σε όλα. Ήταν μέλος της ομάδας. Η εικόνα του ήταν διαφορετική, μέσα στην ομάδα, απ’ αυτή που έβγαινε προς τα έξω. Λανθασμένη εντύπωση, γιατί ενδεχομένως δεν ήταν τόσο πολύ του … έξω, ώστε να διαπιστώσουν από κοντά τον χαρακτήρα του».

Τι μένει πλέον από εκείνη την εποχή

«Μου έχει μείνει, κι ας μοιάζει με κλισέ, η αγάπη του κόσμου. Δεν ξέρω αν το αξίζω. Εννοώ ότι μου αρέσει πολύ, αλλά από την άλλη λέω «εντάξει ρε παιδιά, μη τα μεγαλοποιούμε κιόλας». Κι αυτό το λέω στους μπαμπάδες που με βλέπουν με τα παιδιά τους, οκτώ-δέκα ετών και τους λένε «μα δεν τον ξέρεις αυτόν». Πού να με ξέρει; Δεν με έχει δει. Ο μπαμπάς όμως το θεωρεί σαν δεδομένο, επειδή έζησε όλη την εποχή…»

Το γαμώτο είναι ότι δεν πήρατε την Ευρωλίγκα;

«Απωθημένο, ναι. Μπορούσαμε να το πάρουμε. Κατά τη γνώμη μου, στη Γάνδη, με τη φόρα του πρωτόπειρου, ήταν η μεγαλύτερη ευκαιρία. Μετά ήρθε η Γιουγκοπλάστικα που έμοιαζε με τείχος. Ο Άρης υστερούσε γιατί οι αντίπαλοι είχαν ξένους, πολύ μεγάλης αξίας. Να, η Τρέισερ, στη Γάνδη έπαιζε με τον Μακάντου ένα τρομερό ΝΒΑερ και η Μακάμπι είχε τον Μπάρλοου στα ντουζένια του. Εκεί ήταν η διαφορά αλλά και το γαμώτο, γιατί πιστεύω ότι ο Άρης οικονομικά είχε τη δυνατότητα να πάρει ένα τέτοιον παίκτη. Να κάνει οικονομική υπέρβαση, δηλαδή»

Μιλάμε όμως για δεκάδες ματς, ορισμένα εκ των οποίων ακόμη τα μνημονεύουμε. Με την Μπαρτσελόνα, την Τρέισερ, τη Γιουγκοπλάστικα…

«Μεγάλοι αγώνες. Με Τρέισερ, με Μακαμπί με όλους. Με τη Μακαμπί, μάλιστα, είχαμε παίξει και δυο χρόνια πριν μπούμε στον όμιλο. Θυμάμαι, είχαμε χάσει στον πρώτο αγώνα και μετά πήγαμε στο Τελ Αβίβ. Με τον Ιωαννίδη προπονητή, όπως κατάλαβες, πήγαμε στα Ιεροσόλυμα, επισκεφθήκαμε τον Πατριάρχη που σε κάποια στιγμή μας ρώτησε αν θέλουμε κάτι. Έφορος ήταν τότε ο Γιάννης Χόρτης που ανέλαβε να απαντήσει: «Τι να θέλουμε Παναγιώτατε. Να νικήσουμε αύριο»

Ε, πήγαμε στο Γιαντ Ελιάου, νικήσαμε αλλά δεν προκριθήκαμε λόγω της διαφοράς. Και ο Χόρτης μονολογούσε «κάναμε λάθος, έπρεπε να ζητήσουμε την πρόκριση και όχι τη νίκη»! Έμειναν στην ιστορία εκείνα τα ματς. Όπως και οι αγώνες με την Τρέισερ το 1986. Ακόμη δεν έχω καταλάβει πως χάσαμε τη ρεβάνς. Φάγαμε πολύ ξύλο, από Μενεγκίν και λοιπούς, αλλά καταρρεύσαμε. Το έχω στο μυαλό μου, θολό…τοπίο».

Δεν πούλησα εγώ τον Άρη, ο Άρης με έδωσε στον ΠΑΟΚ

Μπορεί να ήταν το «άλτερ έγκο» του Παναγιώτη Φασούλα, ποτέ του δεν φανταζόταν ότι από την εποχή της δόξας του Άρη, θα βρισκόταν στον ΠΑΟΚ και μάλιστα θα κατακτούσε ένα ακόμη πρωτάθλημα!

«Εγώ πήγα στον ΠΑΟΚ επειδή με πούλησε ο Άρης. Πήρε 70 εκατομμύρια, συν τον Ιωάννου. Στην καφενειακή κουβέντα δηλαδή, που λέει «α, ρε Φιλίππου μας πούλησες και πήγες στον ΠΑΟΚ, στη δική μου την περίπτωση, ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Η διοίκηση Σπύρου, αν δεν κάνω λάθος, ήθελα να με δώσει. Μάλιστα, με παζάρευε στον Ιωαννίδη, που είχε πάει ήδη στον Ολυμπιακό. Τελικά, βρέθηκα στον ΠΑΟΚ με τον Ίβκοβιτς που με ήξερε από τον Άρη να λέει «ναι» και να πηγαίνω σε μια ομάδα, με τρομερή φροντ-λάιν: Φασούλας, Μπάρλοου, Λέβινγκστον, Τσέκος και εγώ.

Έπαιξα καλά στον ΠΑΟΚ, παρότι είχα ήδη πρόβλημα στο γόνατο. Νομίζω ότι η ομάδα του ’93, που πήγε στο Final-Four ήταν καταπληκτική. Ήταν η τέταρτη συμμετοχή μου, μετά τα τρία του Άρη και τότε είχα κάνει ρεκόρ μαζί με τον Κούκοτς. Άτυχη στιγμή. Ο Ραγκάτσι μας πλήγωσε.

Νομίζω ότι ήταν σπουδαία η ομάδα του ΠΑΟΚ. Όπως και του Άρη, με Μάικ Τζόουνς και Βράνκοβιτς. Ήταν γεμάτη ομάδα. Έτσι και ο ΠΑΟΚ του ’93. Οι συγκυρίες δεν ήθελαν κι εδώ να πάρει αυτή η ομάδα ένα ευρωπαϊκό τίτλο, που νομίζω ότι είχε τις δυνατότητες να κατακτήσει».

Και εκεί γίνεσαι συμπαίκτης με τον Φασούλα.

«Μέτρησε, βέβαια, η παρουσία του Φασούλα. Να είσαι με κάποιον που κάνεις παρέα χρόνια, έχει αξία. Είμαι πάντα υπέρμαχος της ομάδας-παρέας. Μια ομάδα με καλό κλίμα, πάντα πάει καλύτερα. Αν είναι του εφτά, θα παίξει για εννιά. Αντίθετα, αν έχει κακή ατμόσφαιρα θα πάει στο πέντε. Τα αποδυτήρια παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο. Η διαφορά έρχεται σε αυτές τις λεπτομέρειες. Είτε σε μια ήττα, είτε σε μια νίκη. Με τον Παναγιώτη, ταιριάζουν τα χνώτα μας. Με λίγους ανθρώπους μπορείς να βρεις κοινά σημεία, να γελάς με τα ίδια αστεία, να ανέχεσαι τα αστεία και να αντέξει μια φιλία μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Και μείναμε. Μετά τον ΠΑΟΚ, έπαιξα ακόμη τρεις μηνες στου Παπάγου, αλλά πλέον σκεφτόμουν να εγκαταλείψω. Και σκεφτόμουν να … παντρευτώ».

Όταν ήρθα στην Αθήνα δεν έβλεπα ΕΡΤ-3 για να μη σκέφτομαι τη Θεσσαλονίκη και τους φίλους μου

Ναι, αλλά πριν κάνεις τον πραγματικό σου γάμο, παντρεύτηκες σε ένα σίριαλ την Ελένη Ράντου!

«Χα, χα. Είναι ένα από τα πολλά πράγματα που έχω κάνει, μακριά από το γήπεδο. Εκτός από τραγουδιστής, έχω διατελέσει και ηθοποιός. Έκανα τον μπασκετμπολίστα… που παντρεύεται την ηρωίδα στο τελευταίο επεισόδιο του σίριαλ «αχ Ελένη». Ήμουν το πεπρωμένο της Ράντου, σύμφωνα με το σενάριο…»

Έπαιζε και ο Κατσικάρης;

Σε άλλο επεισόδιο. Μαζί «εμφανιστήκαμε» στο πάρτι, που έγινε στο τελευταίο επεισόδιο»

Το 1993, λοιπόν. Αχ Ελένη, Μega, επεισόδιο Νο32. Ο Νίκος Φιλίπου εμφανίζεται στο 8:07 και μετά σιγοντάρει μαζί με τον Φώτη Κατσικάρη το «σου το’ πα μια και δυο και τρεις». Ιδού:

– Τελικά, δεν παντρεύτηκες την Ελένη Ράντου, αλλά την Στέλλα.

Ενα χρόνο αργότερα. Γνώρισα τη γυναίκα μου, όταν έκανα θεραπείες για το πόδι μου. Ήρθαμε και εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα. Ξέρεις, βέβαια, ότι τους πρώτους μήνες δεν έβλεπα … ΕΡΤ-3 για να μη σκέφτομαι τη Θεσσαλονίκη και τους φίλους μου. Δεν μου ήταν εύκολο να την αφήσω αυτή την πόλη. Το ότι έκανα οικογένεια στην Αθήνα, είναι το αντίβαρο για το ότι την άφησα! Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις στη Θεσσαλονίκη, θα με βρεις εμένα. Ήμουν παντού, την έχω φάει με το κουτάλι, την έζησα. Και στα καλύτερα μου χρόνια. Ο κύκλος είναι Γιάννενα, Θεσσαλονίκη, Αθηνα. Ίσως να κλείσει ξανά στα Γιάννενα; Δεν ξέρω…»

«Δεν ήμουν στους τέσσερις πυλώνες του ’87»

Ο Φιλίππου ήταν ένα από τα πιο σπουδαία στελέχη της Εθνικής εν όψει του Ευρωμπάσκετ 87. Ξεκινούσε στην πεντάδα, ταίριαζε σε ταχύτητα με τον Παναγιώτη Φασούλα και ένα χρόνο πριν (που έλειπε ο Φασούλας) και ένα χρόνο πριν στην Ισπανία, είχε κάνει σπουδαίες εμφανίσεις στο «προφητικό» Μουντομπάσκετ του 1986.

«Όχι μόνο εκεί. Και στα προκριματικά του Ευρωμπάσκετ. Έπαιζα πολύ. Ήμουν καλά. Ήταν ένα σχολείο αυτή η διοργάνωση της Ισπανίας. Το αγροτικό. Στην Εθνική πέρασα διάφορα στάδια. Έζησα πολλές γενιές. Πρώτα εκείνη με Γκούμα, Κόντο, Κοκολάκη, Γιατζόγλου, μετά την ενδιάμεση με Πετρόπουλο, Σακελλαρίου, Καρατζουλίδη. Και μετά ήρθε η δική μας σειρά αυτή από το 85 και μετά. Με Φάνη, Φασούλα, Ρωμανίδη, Σταυρόπουλο, Λινάρδο και όλους τους άλλους, έχοντας βέβαια σαν επικεφαλής τους Γκάλη και Γιαννάκη…»

Βλέπαμε ότι έχουμε καλή ομάδα και σιγά-σιγά το βάρος των ευθυνών να μεγαλώνει. Άλλαζε και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζαμε αντιπάλους όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία που μας προκαλούσαν τον τρόμο. Μετά το Μουντομπάσκετ, καταλάβαμε ότι τους έχουμε. Στο Ευρωμπάσκετ ήμασταν έτοιμοι».

Ξεκινάτε με Ρουμανία, βάζεις 12π και στο δεύτερο ματς με τη Γιουγκοσλαβία, παθαίνεις διάστρεμμα!

«Λένε ότι στον καθένα αναλογούν 15 λεπτά δημοσιότητας. Σε σχέση με τα λεπτά που έπαιξα στο Ευρωμπάσκετ, είχα … μεγαλύτερη απήχηση και σίγουρα δημοσιότητα (γέλια). Η τηλεόραση έπαιξε μεγάλο ρόλο. Μπήκε στο πούλμαν, στην τηλεόραση, στο ξενοδοχείο. Με συμπάθησαν οι κάμερες, αλλά εγώ δεν άλλαξα. Ήμουν αυθόρμητος. Τα περισσότερα τα θυμάσαι. Υπήρχε και κάτι άλλο, που σίγουρα σου διαφεύγει…

Ποιο;

«Πριν από το Ευρωμπάσκετ, η ΕΡΤ είχε μια εκπομπή παρουσίασης της ομάδας. Ο Συρίγος είχε στείλει τον Σκουντή για το ρεπορτάζ και ο καθένας μας έμπαινε μπροστά στην κάμερα, παρουσιαζόταν «είμαι ο τάδε και πιστεύω ότι θα πάμε καλά, κλπ, κλπ». Ε, όταν έφτασε η σειρά μου, μέσα στη σαχλαμάρα μουι, παρουσιάστηκα με νοήματα! Πρωτοποριακή βλακεία, στα όρια της παρεξήγησης, αν το σκεφτείς. Το δεχόταν ο κόσμος, όμως. Δεν ήμουν … κωμικός, γιατί θυμάμαι ότι πηγαίναμε έξω και μου λέγανε, πες ένα αστείο. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι, αν είσαι τέτοιος τύπος, όλοι περιμένουν από σένα να πεις το αστείο. Σε σπρώχνουν και οι καταστάσεις…»

Αν τραυματιζόταν ένας απ’τους τέσσερις, θα χάναμε

Τελικά τι ήταν το Ευρωμπάσκετ, για σένα που δεν το χάρηκες όσο ήθελες μέσα στο γήπεδο.

«Μια γλυκιά περίοδος, που πάντα τη θυμάσαι με νοσταλγία και αγάπη. Ακόμη κι εγώ, που δεν μπόρεσα να παίξω, λόγω του τραυματισμού μου, έτσι το θυμάμαι. Τώρα, που είπα τραυματισμό, και μόνο το ότι κατάφερα μετά από ένα τέτοιο διάστρεμμα να ξαναπαίξω στον ημιτελικό, ήταν πολύ μεγάλη υπόθεση. Εξωπραγματικό, θα έλεγα. Κι αυτό αποδεικνύει ότι αυτή η Εθνική Ομάδα σε κάθε επίπεδο ήταν φοβερά δομημένη. Προπονητές, γυμναστές, φυσιοθεραπευτές, όλοι ένας κι ένας. Ο Σισμανίδης μας έκανε βιορυθμούς, και χαλάρωση, που τα έκαναν μετά από δέκα χρόνια. Η διατροφή, επίσης, πρωτοποριακή. Μέχρι σπαράγγια τρώγαμε.

Ο Γκας Σαρηγιαννίδης είχε τον τίτλο του τρέινερ στην Αμερική. Όταν μου έδεσε την πρώτη φορά το πόδι μου ο Γκας, δεν είχαν ξανανιώσει έτσι. Αλλά, τίποτε δεν είναι τυχαίο. Η ομάδα είχε χτιστεί λιθαράκι, λιθαράκι για να φτάσει στην κορυφή. Όχι μόνο μέσα στο γήπεδο. Όταν, λοιπόν, κατάλαβα ότι δύσκολα θα ξαναπαίξω πολύ, ήμουν στα αποδυτήρια και ξέσπασα σε κλάματα. Κι όμως δεν ένιωσα πίκρα, ούτε νιώθω φυσικά τώρα, τριάντα χρόνια μετά. Το έζησα το Ευρωμπάσκετ, μέχρι το μεδούλι, σαν να έπαιζα δέκα φορές.

Θέλω να ξαναπώ κάτι: Οι πυλώνες της Εθνικής ήταν τέσσερις: Γκάλης, Γιαννάκης, Φασούλας, Φάνης. Εγώ ήμουν ο πέμπτος της πεντάδας. Τραυματίστηκα κι όμως το πήραμε. Όποιος από τους τέσσερις πάθαινε το ίδιο, θα χάναμε».

Είσαι σίγουρος, μήπως έβρισκε ο προπονητής μια λύση. Γιατί παίζει ρόλο και ο κόουτς Πολίτης…

«Σαφώς. Ο Κώστας έβρισκε λύσεις, ενέπνεε όλη την ομάδα. Έψαχνε τη δουλειά. Όταν εγώ τραυματίστηκα στο παιχνίδι με τη Γιουγκοσλαβία, ο Πολίτης είχε ήδη ξεκινήσει το δεύτερο ημίχρονο με δίδυμο Φασούλα-Καμπούρη κι ενώ εγώ ακόμη δεν είχα χτυπήσει. Ήθελε να δοκιμάσει το σχήμα, έβλεπε πράγματα και τολμούσε. Ήξερε ότι μπορούσαν να παίξουν μαζί…

Η ομάδα του ’87 είχε ξεκάθαρους ρόλους. Αυτό ήταν και το μεγαλείο της. Φυσικά, υπήρχαν κι άλλα πράγματα. Ο κόσμος που ήταν φανταστικός. Η συγκυρίες, σαν το γλίστρημα του Γκρμπόβιτς στον ημιτελικό, όταν ο Κιουμουρτζόγλου είχε πει «μη σκουπίσετε το παρκέ» από την προηγούμενη πτώση του Γιαννάκη. Όλα μαζί, έγιναν.

Ο Πολίτης, όμως, ήταν χρόνια στην ομάδα. Είχε ωριμάσει, του δόθηκε η δυνατότητα ακόμη και να αποτύχει. Δοκίμασε παίκτες, έφερε νέα πρόσωπα, έφτιαξε τη δική του ομάδα»

Εκεί ξεσάλωσες όμως. Έδεσες τον Φασούλα με χειροπέδες, έριξες φωτοβολίδες με αεροβόλο πιστόλι. Σκέτη παράνοια, σαν αυτή που έζησε όλος ο κόσμος. Το πανηγύρι ήταν πρωτόγνωρο, δεν είχε ξαναγίνει.

Το πιο τρελό που έκανα ήταν που ανέβηκα στο μηχανάκι. Κατέβηκα από το πούλμαν και ανέβηκα στο παπάκι. Ο κόσμος άρχισε να βγαίνει στους δρόμους, βλέποντας την ομάδα να κερδίζει. Δεν περίμενε, μία-μία τις εκπλήξεις. Στον ημιτελικό ας πούμε λέγαμε «μπορούμε δεύτερη φορά». Μπορέσαμε. Στον τελικό, ήταν η Σοβιετική Ένωση μια υπερδύναμη. Είχαν προηγηθεί και οι δηλώσεις του Αλεξάντερ Πέτροβιτς «καλή επιτυχία στους Ρώσους», ήρθε το χρυσό κι έγινε η έκρηξη. Ήταν βέβαια και μέσα στο σπίτι μας, οπότε ο κόσμος το έζησε καλύτερα απ’ ό,τι αν η διοργάνωση γινόταν στην Ισπανία ή την Ιταλία. Συμφωνώ με αυτό που ειπώθηκε τότε πως ήταν η πρώτη φορά, μετά την απελευθέρωση, που οι Έλληνες έβγαιναν στους δρόμους για να πανηγυρίσουν κάτι θετικό.

Όταν ξυπνήσαμε τη Δευτέρα, στη ρεσεψιόν μας περίμεναν οι επιταγές του Λάτση, δύο εκατομμύρια ο καθένας

Θα μπορούσατε να έχετε τρελαθεί. Άλλαξαν πολλά στη ζωή σας, αλλά καλάμι δεν καβαλήσατε

«Δεν τρελαθήκαμε, βέβαια. Μας βοήθησε η ομοσπονδία να μην … αεροβατούμε. Σε αγωνιστικό επίπεδο φυσικά. Γιατί σε οικονομικό επίπεδο, όλα άλλαξαν. Οι περισσότεροι από εμάς, εκείνη την εποχή ανοίξαμε λογαριασμό στην τράπεζα. Δεν συζητώ τα δώρα, από σλιπάκια μέχρι μπαμπού, ό,τι μπορείς να φανταστείς και ό,τι είχε ο καθένας, μας το έδινε. Το πριμ του Λάτση, επίσης ήταν ανεπανάληπτο. Μας είχε δώσει από 500.000 δραχμές, όταν προκριθήκαμε στον ημιτελικό και είχε υποσχεθεί πριμ 2 εκατομμυρίων στον καθένα μας σε περίπτωση κατάκτησης του χρυσού μεταλλίου. Κυριακή παίξαμε, νικήσαμε, γυρίσαμε όπως γυρίσαμε στο ξενοδοχείο, γλεντήσαμε, κοιμηθήκαμε μια-δυο ώρες και όταν ξυπνήσαμε τη Δευτέρα, στη ρεσεψιόν μας περίμεναν οι επιταγές. Μια για τον καθένα!»

Και έτσι γίνατε … σταρ

«Δεν με ενόχλησε ποτέ η ζεστασιά και ο κόσμος, που μας αγκάλιασε. Πηγαίναμε στα νησιά, δυο καλοκαίρια όλοι μαζί, και γιορτάζαμε με τον κόσμο. Μου άρεσε ότι συνεχίσαμε. Ότι το 89, ανεβήκαμε ξανά στο βάθρο, με μια ακόμη μεγάλη νίκη απέναντι στους Ρώσους. Αυτό που μου έλειψε ήταν η πρόκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Νομίζω ότι ήταν άδικο από τη ΦΙΜΠΑ, να μη στέλνει τον πρωταθλητή Ευρώπης στους Ολυμπιακούς. Μου έμεινε μάλιστα μεγαλύτερο απωθημένο από το ότι δεν κατακτήσαμε με τον Άρη το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Τα τελευταία λεφτά που πήρα ήταν από τον ΠΑΟΚ. Τα έφερε έτσι η ζωή, είμαι αυτάρκης, μεγαλώνω τα παιδιά και τα σπουδάζω. Έχω άνεση, αλλά πάντα στη ζωή μου είχα σαν μότο να μην υπερβαίνω πολύ τις δυνατότητές μου…Σταμάτησα με ένα γαμώτο. Είχα πρόβλημα στο γόνατο, με τον χόνδρο. Από τα συνεχόμενα άλματα. Θα μου πεις τα ίδια έλεγα στον Ιωαννίδη το … 1986.

Τι του είπες;

«Μια μέρα, τον έπιασα και του είπα. Γιάννη, είμαι 25 ετών. Έχω πάρει νταμπλ, έχω παίξει στην πεντάδα της Εθνικής. Να πάω στη μικτή Ευρώπης, δύσκολο το βλέπω. Τι κίνητρο να έχω, πλέον; Δεν υπήρχε κάποιος άνθρωπος να με εμπνεύσει. Με το μυαλό που κουβαλούσα τότε, είχα δίκιο. Κι εγώ ήμουν παίκτης, που κλασικά έπαιζε με τα προσόντα του. Όταν άρχισε να πέφτω, ή άλλαξε το μπάσκετ, με την … καταστροφική συνταγή του Μάλκοβιτς, άρχισα να βγαίνω από το κάδρο. Θα μπορούσα να είχα εξελιχθεί αλλιώς. Να βγω πιο έξω, από τη ρακέτα. Να αξιοποιήσω το σουτ, ή κάτι άλλο. Δεν κακίζω τον Ιωαννίδη, αλίμονο. Ψηλός ήμουν, για ψηλό με λογάριαζε…»

Αν ξεκινούσες τώρα, θα άλλαζες ρότα;

«Δεν μπορώ να κάνω υποθέσεις. Δεν μου αρέσει να συγκρίνω τις εποχές και συμφωνώ με το Φασούλα, που διαφωνεί κάθετα με το «εμείς παίζαμε για μια πορτοκαλάδα». Παίζαμε για μια πορτοκαλάδα, όταν ο άλλος δεν είχε να πιει νερό. Υπήρχε μια ανταμοιβή. Ας πούμε, όταν δεν είχα συμβόλαιο, ήμουν στην αστυνομία. Έπαιρνα χρήματα. Άλλοι δεν έπαιρναν τίποτε. Και στην αστυνομία, οφείλω πάρα πολλά. Της χρωστά πολύ περισσότερα απ’ όσα μου πρόσφερε…

Έμαθες να πυροβολείς ωστόσο;

«Όχι, να πυροβολώ έμαθα επειδή έκανα παρέα με το Νίκο το Σισμανίδη! Η αγάπη μου για τα όπλα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το χαρακτήρα μου και αποδεικνύει, ενδεχομένως την ψυχασθένειά μου. Ενώ δεν μου αρέσει, ας πούμε το κυνήγι, δεν αντέχω να βλέπω να σκοτώνονται τα ζώα, έχω μια τρέλα με τα όπλα. Πώς γίνεται; Ούτε εγώ ξέρω. Μου αρέσει η σκοποβολή. Σε … χάρτινο στόχο. Είναι λίγο ψυχεδελικό, όλο αυτό. Είμαι ακόμη ενεργός σκοπευτής, έχω φίλους και στον στρατό, έχω δοκιμάσει κι άλλα όπλα»

Άρα θαύμασες την Κορακάκη…

«Ναι, μόνο που η Άννα κάνει πρωταθλητισμό. Απαιτείται τεράστια ηρεμία και αυτοσυγκέντρωση. Αυτό που κάνω εγώ, έχει αδρεναλίνη, είναι περισσότερο εκτόνωση…»

Πότε ξεκίνησες;

«Στο … Ευρωμπάσκετ. Δηλαδή, στην προετοιμασία μας στη Νάουσα. Εκεί κοντά βρισκόταν η δεύτερη μοίρα καταδρομών. Την άνοιξη του ’87, είχε γίνει η κρίση με την Τουρκία και ήταν όλοι σε θέσεις μάχης. Μια μέρα, λοιπόν, ο Σισμανίδης μας είπε «πάμε μια βόλτα να δούμε τι γίνεται». Πήγαμε. Αρχίσαμε να πυροβολούμε με τα FN, μπαμ-μπουμ. Και είχε γίνει κι ένα ευτράπελο. Μας ρώτησε ο επικεφαλής «έχετε εμπειρία από όπλα». Πετάγεται ο Σταυρόπουλος και λέει «εγώ» γιατί είχε πάει φαντάρος. Πάει να πυροβολήσει, χτυπάει ανάποδα το όπλο και σκίζεται λίγο κάτω από το μάτι. Άντε να το πούμε στον Πολίτη μετά. Αυτή ήταν η πρώτη επαφή για μένα. Μετά κόλλησα. Και συνεχίζω μέχρι σήμερα».

«Το Ελλάδα-ΗΠΑ ανώτερο του Ελλάδα-ΕΣΣΔ»

Το τέλος της καριέρας του τον βρήκε … ξανά στο γήπεδο. Δεν το περίμενε, έγιναν όλα ξαφνικά:

«Το 1994 πάω στο Γραφείο του Βασιλακόπουλου. Όπως μιλάμε, γιατί ήμουν φρεσκοπαντρεμένος, μου λέει: «Και τώρα, που σταμάτησες σε περιμένω στην Ομοσπονδία». Του λέω «έλα ρε πρόεδρε, ακόμη δεν έχω αποφασίσει, μπορεί να ξαναρχίσω να παίζω» και κλείνω την πόρτα. Μετά από δέκα μέρες, ήμουν στο σπίτι του Φασούλα και χτυπάει το τηλέφωνό μου. Ήταν ο Σκουντής και μου λέει: «Συγχαρητήρια για την πρόσληψή σου στην Εθνική Ομάδα». Κι έτσι αρχίζει η δεύτερη πορεία μου στην Εθνική Ομάδα, από άλλη πλέον σκοπιά. Για μένα αυτό, έμοιαζε με αερόσακο. Τι εννοώ; Στην Αμερική υπάρχουν ειδικοί ψυχολόγοι για να εντάξουν έναν πρώην αθλητή στην κοινωνία, με την έννοια ότι πρέπει να συνηθίσει πλέον, να μην είναι διάσημος, να μην είναι γνωστός και να γίνει ένας … κοινός άνθρωπος. Ήταν μια ευτυχία για μένα, επειδή η ζωή μου συνεχίστηκε όπως την ήξερα, εκτός από το να παίζω. Ήμουν ξανά στο γήπεδο, στην ομάδα και στο ξενοδοχείο. Το 1995 κάθισα στον πάγκο της ομάδας, σαν συνεργάτης του Μάκη Δενδρινού».

Προπονητής ε;

«Είχα ήδη πάρει το πτυχίο από την Γυμναστική Ακαδημία, άρα είχα και δίπλωμα. Ο Ιωαννίδης δεν το ήξερε και θέλοντας τότε να κάνει αντιπολίτευση στην ομοσπονδία, φώναζε πως με είχε προσλάβει η ομοσπονδία, ενώ δεν πληρούσα τα τυπικά προσόντα. Ήμουν και το 1996 στην Ατλάντα, στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το 1997 έρχεται ο Γιαννάκης και φέρνει Σταυρόπουλο-Μπολάτογλου, στην Εθνική. Εγώ πάω στην Εφήβων, όπου είχα τους 80άρηδες. Από τότε αυτά τα παιδιά, όπως ο Λάζαρος ο Παπαδόπουλος, ή ο Φώτσης, μπήκαν στην καρδιά μου, γιατί τους ξέρω από νεαρούς. Θυμάμαι ακόμη την πρώτη φορά που μπήκε στο ΣΕΦ ο Φώτσης και δοκίμαζε να σουτάρει με αυτό το στυλ, που έχει ακόμη και σήμερα. Παιδάκι ήταν. Με καθάρισε, λοιπόν, ο Γιαννάκης ίσως γιατί … δεν άντεχε τον ανταγωνισμό (γέλια)! Και ένα χρόνο μετά, γίνεται η αναδιάρθρωση της ομάδας, ο Χριστόδουλος Οικονομίδης αποχωρεί από μάνατζερ της ομάδας, πηγαίνοντας στο Δήμο Καλαμαριάς, παίρνω εγώ τη θέση του και έτσι γνωρίζω το Γιώργο Κολοκυθά, που εκείνη τη χρονιά ενεργοποιήθηκε για πρώτη φορά στα κοινά της Εθνικής Ομάδας.

Με τον οποίο ταιριάξατε αμέσως…

«Δεν τον ήξερα, μέχρι τότε. Αποκτήσαμε μια καρμική σχέση από την πρώτη μέρα. Ταιριάξαμε πάρα πολύ. Θυμάμαι τον συγχωρεμένο τον Μπαλφούσια που μας έβλεπε και απορούσε: «Ρε που βρεθήκατε εσείς οι δυο μαζί». Ο Κολοκυθάς ήταν τρομερός άνθρωπος. Χορτάτος. Άρχοντας. Ήθελε απλά να βοηθήσει και να ενώσει την ομάδα. Έβαζε τις φτερούγες του πάνω από την ομάδα, χωρίς να ενδιαφέρεται για την προβολή του. Στο Ευρωμπάσκετ του 2005 ήταν απλά πάνω στο βάθρο. Μετά μας κάλεσε ο Καραμανλής και μας λέει «δεν έρχομαι, δεν είμαι εγώ για τέτοια». Ήταν συγκλονιστικός χαρακτήρας και πέρασα ωραίες στιγμές δίπλα του, όλα αυτά τα καλοκαίρια και όχι μόνο στις επιτυχίες, γιατί δεν κερδίζαμε πάντα. Θα τον θυμάμαι πάντα, πολύ γλυκά…- Προπονητής δεν ήθελες να συνεχίσεις;

«Μου άρεσε να είμαι κόουτς. Όχι να κάνω όλη την άλλη δουλειά. Αυτό το βαριόμουν…»

Πέρασε μπροστά μας ο Χάουαρντ και ένιωσα όπως όταν εμφανίζονται τα φάντομ στην παρέλαση

Μπαίνεις στο τιμ της Εθνικής. Έρχονται δυο μετάλλια, μια νέα έκρηξη. Τι σου μένει;

«Εντάξει το 2005 πήραμε το χρυσό, αλλά και το 2006 δεν πρόκειται να το ξεχάσω. Την ημέρα του ημιτελικού με τις ΗΠΑ, μίλησα με τη γυναίκα μου, που είναι πάντα της θετικής ενέργειας και λοιπά: «Άντε αγάπη μου, με θετική ενέργεια σήμερα να κερδίσουμε» μου λέει πριν κλείσω. Τρελαίνομαι και της απαντάω: «Ρε Στέλλα, άσε μας. Δεν κερδίζουμε σήμερα». Κι έτσι απαντάω σε όσους ρωτάνε, αν πίστευα ότι θα κερδίζαμε. Όχι, δεν το πίστευα! Ψέματα δεν λέω. Καθόμαστε δίπλα-δίπλα με τον Κολοκυθά και εκεί στο τέλος, που μας φτάσανε στο σκορ και λέμε: «Όχι ρε πούστη μου, παίζουμε τόσο καλά και θα χάσουμε». Τι να λέμε τώρα; Κάποια στιγμή πέρασε από κοντά μας ο Χάουαρντ και ένιωσα όπως όταν εμφανίζονται τα φάντομ στην παρέλαση. Τέτοια αίσθηση είχαμε…»

Ήταν ίδιο με τη Σoβιετική Ένωση το 1987;

«Όχι. Ήταν παραπάνω. Αυτοί το 2006 ήταν υπεραθλητές. Η νίκη αυτή είναι ένα μείγμα μαγκιάς δικής μας, βλακείας δικής τους και συγκυρίας να κάνουμε το τέλειο παιχνίδι. Όλα ήταν στην εντέλεια. Η επιτυχία της ομάδας αυτής, που αντανακλά στην ικανότητα του προπονητή, ήταν και κάτι άλλο. Όλοι ήταν ζεστοί και έτοιμοι, να προσφέρουν τα πάντα. Ο Ντικούδης, για παράδειγμα, ξεκινούσε συνήθως εκτός πεντάδας, έμοιαζε εκτός πλάνου και αγώνα με τον αγώνα κέρδιζε πόντους, ώστε έφτανε ο ημιτελικός ή ο τελικός και ήταν ο πολυτιμότερος. Αυτό πρέπει να το πιστώσουμε στο Γιαννάκη, που είχε μια ομάδα 12 παικτών, χωρίς να παρκάρει τρεις-τέσσερις στον πάγκο, όπως συνήθως γίνεται στα μεγάλα τουρνουά. Ο προπονητής τότε έκανε κινήσεις ματ. Και προοπτικής. Στο Ευρωμπάσκετ του 2005, ο Σπανούλης είχε ελάχιστη συμμετοχή. Την επόμενη χρονιά, έγινε πρωταγωνιστής.

 Τα Χριστούγεννα του 2005, ο Μεσίνα παίρνει τηλέφωνο τον Γιαννάκη και του λέει: «Δεν ξέρω τι να κάνω με τον Παπαλουκά. Με έχει απογοητεύσει, σκέφτομαι να τον αφήσω ελεύθερο».

Προφανώς, πρέπει να σου κάτσουν και τα αποτελέσματα. Ακόμη θυμάμαι τον κρύο ιδρώτα, που μας είχε λούσει στον αγώνα με το Ισραήλ. Αν χάναμε, δεν προχωρούσαμε, θα λέγαμε εις το επανιδείν, ούτε στο Παγκόσμιο θα πηγαίναμε, όλα θα ήταν αλλιώς. Μετά ήρθε το μαγικό δεύτερο ημίχρονο με τη Ρωσία, το θαύμα με τη Γαλλία, ο τελικός με τη Γερμανία. Έλειπαν οι Γιουγκοσλάβοι που είχαν αποτύχει παταγωδώς, τα είχαν θαλασσώσει οι Ισπανοί και πήραμε ένα χρυσό, που επίσης κανείς δεν το περίμενε. Έτσι είναι αυτά. Μικρές λεπτομέρειες κρίνουν την τύχη μιας ομάδας, ή ενός παίκτη. Τα Χριστούγεννα του 2005, ο Μεσίνα παίρνει τηλέφωνο τον Γιαννάκη και του λέει: «Δεν ξέρω τι να κάνω με τον Παπαλουκά. Με έχει απογοητεύσει, σκέφτομαι να τον αφήσω ελεύθερο». Ο δράκος του ζήτησε να κάνει υπομονή, ο Παπαλουκάς έμεινε, έπαιξε στο Ευρωμπάσκετ έκανε τα δικά του και την επόμενη άνοιξη ήταν κορυφαίος παίκτης της ΤΣΣΚΑ στο Final-Four!»

Ένα χρόνο μετά πετάγαμε.

«Το 2006 ήμασταν πιο έτοιμοι. Κι εκεί, μια συγκυρία έπαιξε το ρόλο της. Η συμμετοχή του Σχορτσιανίτη την τελευταία στιγμή στην ομάδα. Στη σύσκεψη που κάναμε, παραμονές της αναχώρησης, αποφασίστηκε να μπει στο αεροπλάνο για την Ιαπωνία.

Τελείωσε γρήγορα η Εθνική αυτή; Θέλω να πω, συμφωνείς ότι μπορούσε να έχει κι άλλες διακρίσεις;

«Όχι δεν συμφωνώ. Νομίζω ότι είχαμε διάρκεια (2005, 06, 07). Το 2007 μάλιστα ήταν άδικη η ήττα από την Ισπανία, ενώ η ήττα μας από τη Ρωσία μας έστειλε σε ημιτελικό με τους Ισπανούς. Αλλιώς θα τους βρίσκαμε μόνο στον τελικό. Εν πάση περιπτώσει, είχε αρχίσει να χαλάει λίγο το κλίμα, αλλά θα μπορούσαμε να … κερδίσουμε. Από την άλλη, το 2009 πήραμε το χάλκινο μετάλλιο, ενώ το 2010 συνέβησαν όλα μαζί. Συγκυρίες κι εκεί. Το ματς με τους Ρώσους, να νικήσουμε ή όχι, ο αγώνας νοκ-άουτ με την Ισπανία…»

– Τι λείπει από την Εθνική ομάδα, τελικά…

«Πρέπει να εμπνέει σιγουριά ο προπονητής. Να μην είναι ανασφαλής. Να μη φοβάται τη σκιά του, να μη βλέπει φαντάσματα, διαβάζοντας το πρώτο επικριτικό άρθρο εναντίον του. Και η ανασφάλεια περνάει και μέσα στην ομάδα. Ο προπονητής πρέπει να είναι μόνιμος. Να ασχολείται, δηλαδή, μόνο με την Εθνική και να συνεργάζεται με τους υπόλοιπους προπονητής της Α1, για το θέμα των παικτών. Σε μια ιδεατή περίπτωση, μάλιστα, θα μπορούσε να επέμβει και να ζητάει τη βελτίωση κάποιων παικτών. Ποιος θα το κάνει όμως; Εδώ είναι ένα θέμα, που πρέπει να δούμε. Υπάρχει το θέμα εμπειρίας και η τριβή με τις καταστάσεις που θα αντιμετωπίσει. Και φυσικά είναι το οικονομικό, καθώς οι δυνατότητες της ομοσπονδίας σε αυτό τον τομέα δεν είναι μεγάλες. Άρα ποιος μπορεί να έρθει; Είναι και το ζήτημα των παικτών, που θα στελεχώσουν την ομάδα, το ΝΒΑ, ο Αντετοκούμπο, μια ολόκληρη κουβέντα. Θα βρεθεί προπονητής. Μέχρι το Μάρτιο, νομίζω ότι θα υπάρξει απόφαση».

Ο Βασιλακόπουλος ήταν και είναι πάρων

Πώς θα χαρακτήριζες το Βασιλακόπουλο;

«Είναι ισχυρός άνδρας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ισχυρογνώμων, πεισματάρης. Παίρνει αποφάσεις, με τις καταστάσεις να επείγουν. Ο καθένας κρίνεται, ειδικά μια τέτοια προσωπικότητα, από τα αποτελέσματα και τη συνολική διαδρομή. Ήταν παρών σε όλες τις επιτυχίες και με Άρη και με ΠΑΟΚ και με Ολυμπιακό και με Παναθηναϊκό. Δεν είναι τόσο εύκολο. Να ηγείσαι, αλλά και να κρατάς ισορροπίες. Δεν μπορώ να είμαι τόσο αντικειμενικός, γιατί ήμουν και είμαι κοντά του».

Σε αντίθεση, με ό,τι σε γενικές γραμμές πιστεύεται από πολλούς, έχει δώσει ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους

«Ναι, έχει. Με ενοχλεί, άλλωστε, αυτό που λένε για το μοντέλο των Κροατών και των Σέρβων, που να τους δίνουν τα ηνία κλπ, κλπ. Όσο μου επιτρέπει η … ταπεινότητά μου, θα ρωτήσω. Κι εγώ τι ήμουν ρε παιδιά; Λένε ότι ήταν στον πάγκο ο Βράνκοβιτς, ο Ράτζα κλπ. Δηλαδή, όταν ήταν στον πάγκο της Εθνικής, ο Γιαννάκης, ο Σταυρόπουλος, ο Κακιούσης, ο Λινάρδος τι ήτανε; Ακόμη και με τον Τρινκιέρι, το επιτελείο είχε πλαισιωθεί από δυο πρώην διεθνείς , Παπανικολάου και Λιμνιάτη. Και διοικητικά, άλλωστε θα πω ότι έφερε ανθρώπους σαν το Μίλτο το Λαζαρίδη, έναν άνθρωπο που σέβομαι και χαίρομαι να μιλάω μαζί του. Άλλο θέμα το ότι δεν κόλλησε. Ή μήπως δεν ήταν να “ανακατευτεί” ο Παταβούκας;

Δηλαδή ο Τούρκογλου, που ανέλαβε την τουρκική ομοσπονδία, από πού βγήκε; Η κυβέρνηση τον επέβαλλε. Αυτό θέλουμε κι εδώ στην Ελλάδα; Να πω και κάτι άλλο. Η συμμετοχή στην ομοσπονδία είναι αφιλοκερδής. Ξέρεις πολλούς να θέλουν να ασχοληθούν για το “ονόρε”; Επίσης, όπως είπε πρόσφατα και ο Φασούλας, εκλογές έγιναν. Υπήρξε μια αντίθετη κίνηση. Δεν ήρθε κάποιος να διεκδικήσει; Θα μου πεις, έτσι ξαφνικά, θα έπαιρνε τις εκλογές. Όχι. Θα εμφανιστεί, όμως, η αντίθετη φωνή αν είναι αυτό το ζήτημα. Κανείς δεν ήρθε, όμως. Και εν πάση περιπτώσει, όσο κι αν τους ψέξουν, όσο κι αν τους κατηγορήσουν, κάποιοι άνθρωποι στις ενώσεις, τρέχουν, προσπαθούν να λύσουν προβλήματα, σε μια εποχή δύσκολη, χωρίς χρήματα, με πίεση…»

Κι αν βλέπουν ότι το όποιο παιχνίδι εξουσίας στην ΕΟΚ είναι μάταιο;

«Είναι μάταιο, επειδή ο άλλος είναι ισχυρός, ή εσύ είσαι αδύνατος; Για να ισχυροποιηθείς εσύ, πρέπει να πείσεις όλες τις ενώσεις, ή τα σωματεία να σε ψηφίσουν. Επειδή έχεις βάλεις 5.000 πόντους στο πρωτάθλημα, είναι λίγο δύσκολο να σε ψηφίσουν. Για να το κάνεις, πρέπει να φας και τα μούτρα σου. Να κατέβεις στις εκλογές, να δοκιμαστείς, να διεκδικήσεις και την ψήφο. Αλλιώς γιατί να σε προτιμήσουν; Επειδή είσαι ωραίος ή νέος; Δεν γίνεται. Και το θέμα της ηλικίας ρατσιστικό το βλέπω, γιατί ο Βασιλακόπουλος είναι ακόμη ακμαίος, έχει όρεξη και διάθεση. Δεν τον έχουν εγκαταλείψει οι δυνάμεις του».

Αυτό που κάνει ο Μπέντο με τον Τσόρι δεν εξηγείται. Και τον Ρέτσο τον βάζει σε λάθος θέση, θα τον κάψει…

Γιάννενα, Θεσσαλονίκη, Άρης, ΠΑΟΚ και τελικά … Ολυμπιακός, στο Καραϊσκάκη! Κανονικός γαύρος, με μόνιμη παρουσία και φυσικά άποψη για την ομάδα, που παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς. Πώς προέκυψε ο ποδοσφαιρικός Ολυμπιακός; Η εξήγηση:

«Όταν ήρθα στην Αθήνα έκανα παρέα με Ιωαννίδη και Φασούλα, παρέα με Μώραλη, πρώτα Ριζούπολη μετά πήγα στο Καραϊσκάκη, Έχω χάσει ελάχιστα ματς. Και φυσικά έχω δει πολύ περισσότερο ποδόσφαιρο απ’ ό,τι μπάσκετ!»

– Τι λες, λοιπόν, για Μπέντο;

Δεν μου αρέσει αυτό που κάνει στον Τσόρι, δεν εξηγείται. Ας αφήσουμε, κατά μέρος, τι έχει προσφέρει ο παίκτης στον Ολυμπιακό. Μα στον ίδιο τον Μπέντο έδωσε μια πρόκριση. Δεν είναι σωστό να του φέρεσαι έτσι. Και ο Μαρίν, επίσης. Είναι παίκτης που ανοίγει άμυνες, έτσι διαβάζω, άλλωστε. Αλλά είναι 27 ετών, ένας παίκτης που πρέπει να … τον κερδίσεις. Όχι για σένα, αλλά για την ομάδα. Νομίζω ότι αυτή είναι η δουλειά του προπονητή.

Ναι αλλά δίνει ευκαιρίες σε Ρέτσο, Μανθάτη και τους άλλους νέους;

“Μα τι λες; Βάζει τον Ρέτσο σε λάθος θέση. Θα τον κάψει…”

– Βλέπω έγινες κλασικός Ολυμπιακός. Θες να φας τον προπονητή!

«Δεν θα το έλεγα. Είναι, άλλωστε, παράλογο να αλλάξουμε πάλι προπονητή, μέσα στη χρονιά. Να σου πω κάτι όμως. Προπονητής κανονικός ήταν ο Βαλβέρδε. Από τους λίγους που δικαιούνται να έχουν στην ταυτότητά του,τον τίτλο του κόουτς. Όλο το γήπεδο φώναζε το όνομά του, ποτέ δεν βγήκε να κάνει τον καμπόσο, με πανηγυρισμούς κλπ. Ένα νεύμα έκανε, μια φορά. Σεβόταν τον κόσμο, αλλά δεν τον έγλυφε».

Ποια ήταν η καλύτερη ομάδα του Ολυμπιακού. Του Βαλβέρδε;

«Ίσως. Να πω όμως ότι και πέρσι, που είχε καθαρίσει από νωρίς το πρωτάθλημα, ο Ολυμπιακός έπαιξε μεγάλη μπάλα μέχρι το τέλος της χρονιάς. Μετά άρχισαν τα παίζουμε, δεν παίζουμε στο Κύπελλο, κλπ. Και μη ξεχνάς ότι όσα τους είπε ο Σίλβα, έκαναν … τα αντίθετα! Μου άρεσε πολύ ο Νταρμπισάιρ και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τον άφησε ο Ολυμπιακός. Ήταν η επιτομή του στράικερ. Είχε σουτ, είχε κεφαλιά. Έβαλε γκολ με τη μύτη στραβωμένη και πήρε το Κύπελλο. Έβαλε γκολ και άφησε άγαλμα όλο το ΟΑΚΑ, μπήκε στο 85′ και έβαλε δυο γκολ, ήταν καθαρόαιμος Άγγλος σέντερ-φορ. Έπρεπε να μείνει, κατά τη γνώμη μου. Πολλούς παίκτες τους καταλαβαίνεις, με το πως πιάνουν την μπάλα. Ο Καρντόσο δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του (σ.σ διαψεύδω ότι του είχε δώσει σκονάκι ο Παντελής Διαμαντόπουλος, μόνος του τα έλεγε).

Το καλύτερο ματς στο Καραϊσκάκη;

“Το 4-0 του Κυπέλλου με τον Παναθηναϊκό. Ένα από τα κορυφαία που έχω δει στη Ριζούπολη, με την Γαλατασαράι. Το 3-0. Με την γκολάρα του Ζιοβάνι, κόντρα στον Μοντραγκόν. Τι ματσάρα ήταν αυτή; Τώρα, λέμε Ζιοβάνι και θυμάμαι τους υπόλοιπους που ήρθαν στον Ολυμπιακό. Παικταράδες. Ριβάλντο, αν και λίγο μίζερος, Γκαλέτι, Ζε Ελίας, Καρεμπέ και … ο πολύ αγαπημένος Ντάρκο Κοβάσεβιτς. Καλά περνάμε. Πειράζουμε τους φίλους μας τους Παναθηναϊκούς.

Στη Θεσσαλονίκη τα Άρης-ΠΑΟΚ, χώριζαν οικογένειες. Είχα δυο αδέρφια γκαραζιέρηδες, δίδυμους που σκοτώνονταν. Και ο Νικόλας, όταν πήγα στον ΠΑΟΚ, δεν παρέλειπε κάθε φορά που με έβλεπε να φωνάζει: “Βρωμοσκούληκο, το αίμα νερό δεν γίνεται” και μου’ σερνε διάφορα. Πω-πω, σαν χθες μου φαίνεται. Πως πέρασαν τα χρόνια;»

Σχόλια

Comments are closed.