BOOKSPOT

ΣΠΑΡΤΑΘΛΟΝ 2018: RACE REPORT του Δημήτρη Καννή

0

Το Σπάρταθλο είναι φτιαγμένο από δάκρυα

Πότε στ’ αλήθεια ξεκινάει το Σπάρταθλο; Μήπως ξεκινάει όταν κληρώνεσαι για να συμμετάσχεις; Τότε που μαζί με την κλήρωση ξεκινάει και η πολύμηνη προετοιμασία που είναι τόσο επίπονη που το μόνο που την απαλύνει είναι το όραμα του τερματισμού στο Βασιλιά; Ή μήπως ο αγώνας ξεκινάει μπροστά στο ιστορικό πανό «ΣΠΑΡΤΑΘΛΟΝ» πίσω από το οποίο συνωστίζονται οι δρομείς που αδημονούν να ξεκινήσουν την προσπάθεια τους κάτω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης;

Για μένα ο αγώνας ξεκίνησε την παραμονή. Τότε που απαντούσα στο τηλέφωνο και στην ερώτηση «πως αισθάνεσαι;»  απαντούσα μονότονα. «Δεν υπάρχει σενάριο στο μυαλό που να μην έχει τερματισμό μέσα» Αυτή η σιγουριά που αισθανόμουν ανάμικτη με μια υπερφίαλη αισιοδοξία ήταν η ψυχολογία με την οποία έμπαινα στον αγώνα.

Το πρωί της Πέμπτης  πήγα να πάρω τα νούμερα και τα αναμνηστικά της διοργάνωσης στο ξενοδοχείο «βάση» της διοργάνωσης. Αρχίζω και έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι σε αγώνα εξωτερικού, μιας και οι Έλληνες είμαστε οι μειοψηφία των δρομέων και οι εθελοντές μας υποδέχονται με χαιρετισμό στα αγγλικά. Όταν βλέπουν Έλληνα χαμογελούν και ευγενέστατα ανταποκρίνονται σε ότι χρειαζόμουν.

Γυρίζοντας στο ξενοδοχείο αντιλαμβάνομαι ότι ο κόσμος με χαιρετά στο δρόμο. Αμέσως συνειδητοποιώ ότι η σακούλα με το λογότυπο του αγώνα είναι πόλος έλξης και ότι η γειτονιά είναι γεμάτη από αθλητές και συνοδούς πράγμα που με κάνει να αισθάνομαι οικεία.

Το απόγευμα πηγαίνω πάλι στο ξενοδοχείο για την τεχνική ενημέρωση. Εκεί αισθάνομαι το απόλυτο δέος. Άνθρωποι με τεράστιες εμπειρίες στους δυσκολότερους αγώνες της γης με πολλαπλούς τερματισμούς στο Σπάρταθλο συζητούν χαλαρά και αστειεύονται μεταξύ τους. Ακόμη και οι συνοδοί πολύ συχνά είναι σπαρταθλητές που δεν κληρώθηκαν ή εξαιρετικοί αθλητές που απλώς δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στον συγκεκριμένο αγώνα. Εκεί έφτασαν στην Αθήνα και οι συνοδοί μου για να παρακολουθήσουμε την τεχνική ενημέρωση μιας που για όλους μας ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμαστε στο συγκεκριμένο αγώνα.

«Παιδιά ο καιρός θα είναι κακός. Δεν θα γίνουν οι υπερβολές που λέει η τηλεόραση αλλά προσέξτε» Αυτή η φράση μου έμεινε από την τεχνική ενημέρωση. Φεύγουμε οι τρεις μας για γρήγορο φαγητό και ξεκούραση.

Το πρωί της Παρασκευής πρωινό ξύπνημα και ετοιμασία.  Ο Αντώνης και ο Βασίλης παίρνουν το αυτοκίνητο για να πάνε στην αφετηρία και εγώ πηγαίνω στο ξενοδοχείο για να πάω με το λεωφορείο της διοργάνωσης. Ψιλοβρέχει αλλά δεν δίνω σημασία μέχρι που ο Βασίλης με παίρνει τηλέφωνο «να βάλεις αδιάβροχο στην αφετηρία βρέχει δυνατά». Δεν χάρηκα που το  άκουσα.

Στην αφετηρία το  κλίμα είναι γιορτινό. Βλέπω αυτούς που έχουν τερματίσει παλιότερα να έχουν μια ηρεμία στο βλέμμα τους σε αντίθεση με εμάς που βρισκόμαστε για πρώτη φορά και είμαστε λίγο αγχωμένοι. Ψάχνω τον άλλο Γιαννιώτη τον Τάκη το Χρόνη για αναμνηστική φωτογραφία. Βγάζουμε φωτογραφίες και ξεκινάει ο αγώνας μέσα σε αποθέωση από  τους θεατές οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είναι φίλοι και συνοδοί των αθλητών.

Στα πρώτα μέτρα προσεκτικά γιατί το πλακόστρωτο γλιστρά, μην φάμε και καμιά τούμπα ακόμα δεν αρχίσαμε, και βγαίνουμε στον δρόμο. Η βροχή ήταν ασταμάτητη αλλά τουλάχιστον μόλις βγήκα στην Ιερά οδό άρχισα να ηρεμώ και να προσπαθώ να συγκεντρώνομαι στον αγώνα. Ο κόσμος στην Αθήνα πήγαινε στις δουλειές του. Αυτοί  που γνώριζαν για τον αγώνα επευφημούσαν και μας έδιναν κουράγιο. Αισθάνομαι ακόμα αμηχανία να τρέχω στους δρόμους της Αθήνας και κάνω υπομονή να φύγουμε από το κέντρο για να μπορέσω να συγκεντρωθώ στο πλάνο μου. Κάπου εκεί με προσπερνάει το αυτοκίνητο με τους φίλους μου κορνάροντας και χαίρομαι πάρα πολύ όχι μόνο γιατί τους είδα αλλά γιατί φοβόμουν μήπως δεν με αναγνωρίζουν ανάμεσα σε άλλους δρομείς και μες την κίνηση. Βλέποντας ότι έχουμε επικοινωνία αναθάρρησα. Κάπου στην Ελευσίνα και ενώ κινούμουν μες το πλάνο μου, με προσπερνούν οι αδερφοί Μπάκα. Εξαιρετικοί δρομείς που με κάνουν να αναρωτιέμαι μήπως πηγαίνω πιο γρήγορα από ότι πρέπει. Η βροχή συνεχίζει δυνατά και κάπου στο τριάντα χιλιόμετρο με φτάνει και η Τζο η Μάντα. Όσο χαίρομαι που την βλέπω άλλο τόσο σημαίνει συναγερμός μέσα μου ότι πηγαίνω γρηγορότερα από ότι πρέπει.

Εκεί στο τριανταπέντε χιλιόμετρο περίπου αισθάνομαι στιγμιαία έναν πόνο στο δάχτυλο του αριστερού ποδιού. Καταλαβαίνω ότι μάλλον πρόκειται για φουσκάλα που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί στα Μέγαρα που θα έχω την πρώτη ουσιαστική συνάντηση με την ομάδα υποστήριξης. Είμαι περίπου μισή  ώρα μπροστά από  την πόρτα και αισθάνομαι ωραία και χωρίς προβλήματα.

Σε λίγο φτάνω  στα Μέγαρα. Τα παιδιά με περιμένουν όπως έχουμε σχεδιάσει. Όντως έχω βγάλει μια φουσκάλα που φυσικά δεν μ’  ανησυχεί μιας και είναι κάτι αναμενόμενο. Απλώς δεν ήθελα να ξεκινήσουμε τόσο νωρίς. Είμαι  μόλις στον πρώτο από τους έξι συνεχόμενους μαραθωνίους που πρέπει να διανύσω. Αφού περιποιηθήκαμε την φουσκάλα αλλάζω κάλτσες και μια μπλούζα, Τρώω ένα ρυζογαλο, ανανεώνω το νερό και ξαναξεκινάω. Αισθάνομαι πολύ ωραία γιατί  είμαι μέσα στο χρόνο, αλλά περισσότερο γιατί στο πρώτο ραντεβού με τους φίλους μου, λειτουργήσαμε σαν ομάδα πολύ ωραία και αυτό θα ήταν κρίσιμο στοιχείο του αγώνα.

Τρέχω λοιπόν με επόμενο στόχο την Κόρινθο. Κινούμαι με την θάλασσα στο αριστερό μου χέρι και το βουνό στο δεξί μου. Συνεχίζεται η βροχόπτωση με διαλείμματα συννεφιάς. Η θέα προς τη θάλασσα είναι πάρα πολύ όμορφη και η καλύτερη παρέα για τη μοναξιά του αγώνα.

Όταν έφτασα στον ισθμό της Κορίνθου δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό και σπατάλησα λίγα δευτερόλεπτα για να δω ένα καράβι που τον διέσχιζε.

Μετά από ένα χιλιόμετρο περίπου ήταν ο σταθμός του 80ου χιλιομέτρου. Γρήγορο φαγητό ανεφοδιασμός και πάλι στο δρόμο. Ο αγώνας ξεκινάει μόλις τώρα. Εναλλασσόμενες μικρές κλίσεις περνάμε  τα Εξαμίλια, την Αρχαία Κόρινθο και φτάνουμε στο  Ζευγολατιό Κορινθίας. Τα παιδιά μας επευφημούν και μας περιμένουν με τα τετράδια τους για να υπογράψουμε. Παρόλη την πίεση του χρόνου δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθώ  σε κανένα παιδί ό,τι αυτό μου ζητούσε, είτε ήταν υπογραφή, φωτογραφία ή απλή κουβέντα.

Στο Ζευγολατιό σύμφωνα με την τακτική που είχαμε προκαθορίσει φόρεσα πιο ζεστά ρούχα για να αντιμετωπίσω τη νύχτα και φυσικά το Αρτεμίσιο όρος.

Εκεί άρχισε να βρέχει δυνατά και έπεσε η θερμοκρασία. Πολύ σύντομα άρχισα να δυσκολεύομαι, να κρυώνω και να χάνω ταχύτητα, με χειρότερο όλων το ότι δεν είχα επίγνωση ότι άρχισα να παθαίνω υποθερμία. Έτσι σε μόλις 20  χιλιόμετρα στην Αρχαία Νεμέα έφτασα σε μια από τις 2-3 πιο δύσκολες στιγμές του αγώνα. Θυμάμαι ότι σε έντονη βροχόπτωση μπαίνω σε μια εκκλησία που έχει διαμορφωθεί  με κρεβάτια σε σταθμό υποστήριξης. Έχω πάθει υποθερμία και τα χέρια μου τρέμουν τόσο που  να μην μπορώ να κρατήσω τη σούπα που μου έδωσε ο Βασίλης. «Θέλεις να σε ταϊσουμε;» με ρωτάνε τα παιδιά «όχι θέλω να φάω μόνος μου» τους απαντάω για να πείσω τον εαυτό μου ότι αντέχω «θέλεις να ξαπλώσεις πέντε  λεπτά;» με ρωτάνε και χτυπάει καμπανάκι μέσα μου. Αντιλαμβάνομαι από τη στάση των φίλων μου ότι δεν δείχνω καλά και μάλλον δεν είμαι καλά και αγχώνονται. Με ντύνουν μιας και δεν είμαι σε θέση να ντυθώ μόνος μου. κάθομαι δίπλα στην εικόνα της εκκλησίας και ακούω  το Βασίλη να μου ξαναλέει τα δεδομένα του αγώνα.  Ο Αντώνης σκύβει και μου  λέει «Η εικόνα είναι των αγίων Αναργύρων. Όταν τερματίσεις και γυρίσουμε με το καλό να πας στα Γιάννενα στο κάστρο να ανάψεις κεράκι». Εκεί υπάρχει εκκλησάκι των αγίων Αναργύρων. Φοράω το  τρίτο και τελευταίο αδιάβροχο που  έχω μαζί μου και από πάνω σακούλα διάφανη μπας και κρατήσει λίγο νερό παραπάνω.

Όπως φεύγω ο Βασίλης μου ψιθυρίζει κάτι προσωπικό στο αυτί και μου δίνει μια δυνατή  μπουνιά στην πλάτη και με σπρώχνει στο δρόμο. Νόμιζε ότι με πόνεσε και το μετάνιωνε για όλο τον αγώνα αλλά πραγματικά δεν το κατάλαβα. Από πίσω ήρθε για λίγα μέτρα ο Αντώνης και μου ψιθύρισε στο αυτί για να μου δώσει δύναμη. Αυτό που μου έκρυψαν ήταν ότι είχα χάσει όλο το χρόνο μου και ήμουν μόνο 15 λεπτά μπροστά από την πόρτα. Προσπαθώ να πιάσω ένα ρυθμό και μετά από λίγα λεπτά ως δια μαγείας ανακάμπτω. Πραγματικά δεν ξέρω που βρήκα τη δύναμη  αλλά άρχισα να τρέχω και να αισθάνομαι καλύτερα, παρόλο που  η βροχή συνέχιζε αμείωτη. Κάπου εκεί και πριν το χαλκείο με προσπερνάνε τα παιδιά. Κατεβάζουν το παράθυρο κι αρχίζουν τις παραινέσεις. «Έτσι τρέξε λίγο μην περπατάς, να  τσουλάς. Τσούλα λίγο, τσούλα…..» εκεί γυρνάω και τους λέω «δεν ντρέπεστε ρε, τριάντα χρόνια φίλοι και να με λέτε τσούλα;» κοιτάζονται και γελάνε. Αρχίζουν να κοροϊδεύουν «Τσουλάρα, τσούλα λίγο» αφού είμαστε σε θέση να κάνουμε πλάκα σημαίνει ότι το ξαναγυρίσαμε υπέρ μας. Πράγματι συνεχίζω δυνατά και ξανακερδίζω 10 λεπτά ώστε να είμαι 25  λεπτά περίπου μπροστά από την πόρτα. Δεν ξεχνιέμαι όμως καθόλου. Ο Αγώνας είναι ακόμα στα μισά του και τα δύσκολα είναι  ακόμα μπροστά. Περνάω από μια υπόγεια διάβαση, βλέπω τα παιδιά χωρίς να έχουν δικαίωμα να με βοηθήσουν. «Συνεχίζω δυνατά» τους λέω πίνω νερό και συνεχίζω για Μαλανδρένι. Το περνάω κι αυτό και φτάνω στη Λυρκεία. Εκεί θα αλλάξω παπούτσια αφενός για να ανέβω στο βουνό αφετέρου γιατί είναι εντελώς μούσκεμα αυτά που φοράω. Μπαίνουμε σε ένα καφενείο και κάθομαι σε καρέκλα για να φάω και να αλλάξω παπούτσια. Μόλις βγάζω τις κάλτσες βλέπω τα πόδια μου σε άθλια κατάσταση. Πρώτη φορά βλέπω στα πόδια τόσες και τέτοιες φουσκάλες. Φωνάζουμε μια εθελόντρια και μας φέρνει μια σύριγγα για να τις τρυπήσουμε. Τις τρυπάει ο Βασίλης μία και αρχίζει να στάζει αίμα και πύον ανακατεμένα στο πάτωμα. Με κοιτάζει διερευνητικά «Θα μιλήσουμε για φουσκάλες;» με ρωτάει για να μετρήσει αντίδραση «δεν θα μιλήσουμε για φουσκάλες σ’ αυτό τον αγώνα» του απαντάω. Έχουμε κάνει τόσα ultra μαζί δεν χρειαζόταν να πούμε κάτι άλλο. Δεν θα χάναμε το Σπάρταθλο για φουσκάλες. Τις αδειάσαμε, τις πατήσαμε, τις ψιλοστεγνώσαμε, βάλαμε καθαρές κάλτσες και στεγνά παπούτσια και ετοιμαστήκαμε. Τότε είδα ότι αυτοί τρώγανε όταν έφτασα. Μου λέει ο Αντώνης «φάε ρε ένα σουβλάκι και λίγες πατατούλες. Θα αισθανθείς  καλύτερα» τον άκουσα. Είναι  καλό στους υπερμαραθώνιους να αφήνεις για λίγο το πρωτόκολλο.  Τους κάνει πιο ανθρώπινους.

Ξεκινάω λίγο σφιγμένος ψυχολογικά  γιατί ξέρω ότι μπροστά μου έχω ανηφόρες. Και λόγω ενός τραυματισμού που είχα πριν τον αγώνα στις ανηφόρες θα έχανα  χρόνο και θα υπέβαλα το πόδι μου σε δοκιμασία που δεν ήξερα αν θα άντεχε.

Πράγματι αρχίζω να ανεβαίνω την ασφάλτινη ανηφόρα με όσο καλύτερο ρυθμό μπορούσα. Κάποια στιγμή με παίρνει τηλέφωνο ο Βασίλης. «που είσαι; Δώσε λίγο ακόμα» καταλαβαίνω ότι χάνω χρόνο πάλι. Στο Καπαρέλι (154χλμ) σβήνει ο φακός μου, αλλάζω μπαταρία αλλά δεν ανάβει. Τα επόμενα 3χιλιόμετρα ακολουθώ στο σκοτάδι τη φιγούρα ενός Γάλλου με φακό μπροστά μου.  Φτάνω στη βάση του  βουνού σε άσχημη κατάσταση και έχοντας χάσει πάλι το χρόνο. Είμαι πάλι 10-15 λεπτά μπροστά από την πόρτα. Αρχίζω να ανεβαίνω το βουνό περπατώντας με τέμπο και ένταση. Γρήγορα χάνω την αισιοδοξία μου και βλέποντας στο ρολόι να μην μπορώ  να ανέβω με ταχύτητα μεγαλύτερη από 15 λεπτά το χιλιόμετρο αρχίζω να σκέφτομαι ότι διανύω τα τελευταία μου χιλιόμετρα στο Σπάρταθλο. Μού έχουν πει ότι η απόσταση από τη βάση βουνού μέχρι την κορυφή είναι 2300 μέτρα. Έχω κάνει 1000 μέτρα σε 15 λεπτά και έχει πολύ δυνατό αέρα και βροχή. 1500 μέτρα από τη βάση του βουνού βλέπω μια σκηνή με φως. Τους ρωτάω ποιοι είναι και μου λένε είμαστε η κορυφή του βουνού και τρελαίνομαι. Εκεί που νόμιζα ότι τέλειωσαν όλα έχω κερδίσει και χρόνο. Ούτε νερό δεν ήπια εκεί. Άρχισα να τσουλάω στην κατηφόρα  στην  αρχή έντονα αλλά μετά πιο συγκρατημένα για να μην κάψω τους τετρακέφαλους μου. Κατέβαινα με υπομονή γιατί έβλεπα στύλους της ΔΕΗ δείγμα ότι πλησίαζα σε κάποιου είδους δρόμο. Όταν έφτασα σε χωματόδρομο αναθάρρησα. Έφτασα στο Σάγκα και ρώτησα πως πάω. Μου είπε ο εθελοντής ότι είμαι άνετος πάνω από 20 λεπτά μπροστά και να κάτσω να φάω. «Με περιμένουν οι φίλοι μου στη Νεστάνη. Θα φάω εκεί» του είπα. Και ξεκίνησα να κατεβαίνω.

Στη Νεστάνη άρχισε να χαράζει. Την ημέρα ήξερα ότι θα είμαι καλύτερα. Εκεί έφαγα και μια πολύ ωραία κοτόσουπα. «Αφήστε με να πάρω μια ανάσα. Το δικαιούμαι. Τα έδωσα όλα τη νύχτα» είπα στα παιδιά λες και ήταν στο χέρι τους να με ξεκουράσουν και δεν ήθελαν. Πάντως όντως έκατσα λίγο και έφυγα από Νεστάνη  για Τεγέα ανανεωμένος.

Ο δρόμος ήταν με μικρές κλίσεις και στο μεγαλύτερο διάστημα  έτρεχα ενώ η βροχή συνέχιζε. Έπρεπε να φτάσω στην Τεγέα στο 195 χιλιόμετρο χωρίς να χάσω χρόνο. Άρχισα να αισθάνομαι αισιοδοξία ότι θα τα καταφέρω τελικά. Ενώ μπήκαμε σε χωματόδρομους με την βροχή να δυναμώνει μια εθελόντρια σε σταθμό μας λέει ότι παρά τις δύσκολες συνθήκες είναι απίστευτο πόσοι πολλοί συνεχίζουμε. Εγώ κρατάω ότι ο καιρός είναι όντως κακός και δεν είναι ιδέα μου.

Φτάνουμε στο Ζευγολατιό Αρκαδίας και βλέπουμε το σταθμό να τον έχει πάρει ο αέρας μαζί με τα πράγματα. Οι φίλοι μου δίνουν κουράγιο και μια μπανάνα και ξεκινάμε τα τελευταία δύσκολα χιλιόμετρα για την Τεγέα. Μόλις φτάνω στον αρχαιολογικό χώρο της Τεγέας βλέπω για πρώτη φορά ταμπέλα για Σπάρτη και χαμογελάω. Τουλάχιστον δεν έχασα το δρόμο.

Στην Τεγέα είμαστε καλά με βάζουν τα παιδιά να καθίσω. Για ακόμη μία φορά  είμαι μούσκεμα και πλέον τα ρούχα μου έχουν λιγοστέψει. Μου φοράνε δύο μακρυμάνικες μπλούζες που μου έχουν απομείνει και ο Βασίλης βγάζει το αδιάβροχο του και μου το φοράει  γιατί το τελευταίο δικό μου έχει πλέον μουλιάσει. Μένω άφωνος με την αυτοθυσία των φίλων μου. Δεν ξεχνάω ότι είναι δίπλα μου ασταμάτητα και προσπαθούν να το παίξουν και άνετοι ενώ έχουν υποφέρει και αυτοί πολύ. Αποφασίζω να μην αλλάξω κάλτσες και εσώρουχα γιατί φοβάμαι μην ξεκολλήσει όπως τα βγάζω κάποιο κομμάτι δέρμα και γίνει ανοιχτή πληγή. Και αυτό θα ήταν αξεπέραστο πρόβλημα.

Ξεκινάω για τον τελευταίο Μαραθώνιο. Βγαίνω από τον αρχαιολογικό χώρο και βλέπω μπροστά μου δημόσιο δρόμο ανηφορικό. Είμαι στο 200 χιλιόμετρο περίπου και έχω μπροστά μου δέκα περίπου χιλιόμετρα ανηφορικά και μου λένε ότι τα ανηφορικά τμήματα πλησιάζουν στο τέλος τους. Η βροχή έχει σταματήσει. Γνωρίζω τον Δημήτρη τον Κιόρογλου ο οποίος επίσης τρέχει για πρώτη  φορά τον αγώνα. Αφού μιλάμε για λίγο και τρέχουμε παρέα, αυτός αρχίζει να ψιλοτρέχει την ανηφόρα ενώ εγώ περπατάω έντονα και μένω πίσω του. Μόλις με περνάει 100 περίπου μέτρα αποφασίζω να δοκιμάσω και εγώ να τρέξω. Βάζω σαν στόχο να μην τον πλησιάσω αλλά και να μην τον αφήσω να φύγει πολύ μπροστά. Ο Δημήτρης μου δίνει χωρίς να το ξέρει έναν πολύ ωραίο ρυθμό και ανεβαίνω πολύ δυνατά. Πλησιάζουμε το 210 χιλιόμετρο και με προσπερνάνε οι φίλοι μου κορνάροντας και πανηγυρίζοντας. Είμαστε περίπου μισή ώρα μπροστά από  την πόρτα και έχουν μείνει περίπου 30 χιλιόμετρα από τα οποία τα τελυταία εντελώς κατηφορικά. Αυτοκίνητα συνοδών περνάνε δίπλα μας κορνάροντας. Μας αποκαλούν ήδη Σπαρταθλητές και πανηγυρίζουν όλοι. Και όλοι την ίδια συμβουλή «κολλήστε μεταξύ σας να τραβάτε ο ένας τον άλλον. Μη μένετε μόνοι.

Και ξάφνου το σκηνικό αλλάζει. Ο ουρανός σκοτεινιάζει, η βροχή δυναμώνει και αρχίζει να μας τσούζει όπου μας βρίσκει γυμνό δέρμα και το χειρότερο όλων δυναμώνει ο αέρας απότομα. Υπάρχουν στιγμές που με παίρνει πίσω, δεν μπορώ να κάνω ούτε βήμα μπροστά. Η ταχύτητα πέφτει στο μηδέν. Δυσκολεύομαι ακόμα και να βαδίσω. Φυσάνε ριπές αέρα που στεγνώνουν το οδόστρωμα. Προσπαθούμε να φτάσουμε το 225 χιλιόμετρο που βρίσκεται ο τελευταίος τάπητας.  Ο αέρας σκίζει την σακούλα που είχα πάνω μου.

Φτάνω στο 225 και βλέπω ένα πανικό. Πληροφορούμαστε ότι ο αέρας φτάνει τα 10 μποφόρ και οι εθελοντές προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τους διοργανωτές. Μας κρατούν εκεί γιατί φοβούνται για την υγεία μας. Περιμένω χωρίς να έχω πληροφόρηση. Ο Βασίλης είναι έξαλλος γιατί χάνουμε χρόνο χωρίς να μας λένε  τι γίνεται. Αρχίζουν πάλι τα χέρια μου να τρέμουν από την υποθερμία. Δεν έχουμε άλλα ρούχα και ζητάμε μια σακούλα σκουπιδιών. Κάποιος ανοίγει τρύπα για κεφάλι και χέρια και μου τη φοράνε. Αν περιμένω λίγο ακόμα πιθανόν να μην μπορέσω να ξαναξεκινήσω. Εκείνη  τη στιγμή ένας δρομέας περνάει από πίσω μου και αρχίζει να τρέχει. Ο Βασίλης ουρλιάζει «ξεκίνησε, ακολούθησέ τον». Επικοινωνούμε με τα μάτια.  Αφού κάποιος συνεχίζει τον αγώνα, όποιος μείνει πίσω είναι χαμένος. Έχουμε αρκετή εμπειρία για να το καταλαβαίνουμε. Βγαίνω στο δρόμο και πίσω μου ακούω το Βασίλη να λέει «Εμείς φεύγουμε» και η εθελόντρια να του απαντάει «Ακολουθήστε από μακριά ώστε αν τυχόν γίνει κάτι να έχετε οπτική επαφή. Με δικιά μου  ευθύνη». Μετά μάθαμε ότι αυτή ήταν εντολή της διοργάνωσης όπως και ότι δεν θα ίσχυαν οι κόφτες για τους τελευταίους ενδιάμεσους σταθμούς. Αυτό το τελευταίο εμείς δεν το γνωρίζαμε και κυνηγούσαμε το χρόνο.

Δεν μπορώ να τρέξω κανονικά με τα  χέρια στο πλάι γιατί τρέμουν από την υποθερμία έτσι τα πρώτα χιλιόμετρα τα κάνω με τα χέρια στην κοιλιά μου μέχρι να συνέλθω κάπως. Φτάνουμε στο σταθμό Ιουλιέτα ο οποίος κανονικά έκλεινε στις 17:00 και ακούω το Βασίλη να φωνάζει «είναι εμπρόθεσμος. Είναι 5 παρά 2. Είναι εμπρόθεσμος». Εκεί οι εθελοντές μας ενημερώνουν ότι είμαστε εμπρόθεσμοι και αρκεί να φτάσουμε στη Σπάρτη πριν τις 7 που κλείνει ο αγώνας. Κάπου εκεί ηρεμούμε Το ρολόι μου σβήνει. Ζητάω ένα ρολόι έστω να βλέπω την ώρα να ξέρω που βρίσκομαι. Κερδίζω και πάλι λίγα λεπτά στις κατηφόρες και λίγο ηρεμούμε.  Βγαίνω από τον δρόμο ταχείας κυκλοφορίας και  αρχίζω να προσεγγίζω τη Σπάρτη και αρχίζω μέσα μου να πανηγυρίζω χωρίς να εφησυχάζω γιατί πλέον φοβάμαι τα πάντα.

Περνάω τους Βουτιάνους και φτάνω στον σταθμό Κλαδά στο 241 χιλιόμετρο και χωρίς να σταματήσω πάω να φύγω. Μου φωνάζει μια εθελόντρια «έλα να φας κάτι» της λέω δεν προλαβαίνω θέλω να πάω στη Σπάρτη. Μου απαντάει «ποιος το λέει αυτό; Εμείς έχουμε τον αλυτάρχη εδώ» πράγματι βλέπω έναν κύριο να μου λέει «ησύχασε. Έχεις 5 χιλιόμετρα και μια ώρα για να διανύσεις.  Τέλειωσες είσαι Σπαρταθλητής» Εκεί πραγματικά ηρεμώ και αντιλαμβάνομαι ότι από το άγχος έχει περάσει πολλή ώρα στην οποία δεν έχω πιεί ούτε νερό. Τρώω μια μπανάνα πίνω νερό και ξεκινάω για τα τελευταία χιλιόμετρα.

Κάπου εκεί συναντώ τα παιδιά με ρωτάνε τι θέλω και ζητάω ένα καθαρό  καπέλο και τη σημαία μου. Μου λένε ότι θα μου τα δώσουν μετά τον Ευρώτα. Φτάνω στον Ευρώτα κοιτάζω με απορία  τον μυθικό ποταμό σημείο  αναφοράς της ιστορική πόλης ανα τους αιώνες. Σκέφτομαι ότι σε λίγη ώρα θα δοκιμάσω λίγο από το νερό του όπως θα το πίνω στον τερματισμό μέσα από τον κύλικα και χαμογελάω. Βγάζω τη σακούλα σκουπιδιών από πάνω μου και λίγα μέτρα μετά παίρνω τη σημαία μου τηνδένω στην  πλάτη και μπαίνω στην Σπάρτη. Πρώτη φορά στη  ζωή μου πηγαίνω στη Σπάρτη και ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν περίμενα ότι θα ερχόμουν σαν Σπαρταθλητής.

Με το που μπαίνω στην πόλη τα συναισθήματα με κυριεύουν. Αυτοκίνητα κορνάρουν στην θέα της σημαίας, κόσμος από τα μπαλκόνια με υποδέχεται με αγάπη, περαστικοί δείχνουν με κάθε τρόπο τη χαρά τους που βλέπουν ακόμα έναν τερματισμό.

Στην στροφή που με βάζει στο δρόμο του τερματισμού με περιμένουν ο Αντώνης κι ο Βασίλης, ο Βασίλης κι ο Αντώνης. Οι δύο άνθρωποι που μετά  από 36 ώρες έδωσαν άλλο νόημα στη λέξη φιλία. Εννοείται θα τερματίσουμε  μαζί τρέχοντας και πανηγυρίζοντας.

Φτάνω στο βασιλιά και κοντοστέκομαι. Ανεβαίνω τα σκαλιά και προσκυνώ. Αγκαλιάζω το πόδι του και κλαίω δυνατά. Ένα κλάμα λυτρωτικό και ανακουφιστικό. Αγκαλιαζόμαστε δακρυσμένοι και οι τρεις. Πίνω νερό από τον Ευρώτα, λίγες φωτογραφίες και κατευθείαν στο ιατρείο όπου καταρρέω.

Θυμάμαι ότι με το που έφυγαν τα δάκρυα από τα μάτια μου κατέρρευσα. Σαν τον Σαμψών που μόλις έχασε τα μαλιά του έχασε και τη δύναμη του, έτσι κάπως και το δάκρυ όσο ήταν μέσα μου με κρατούσε δυνατό. Αν λοιπόν με ρωτήσει ποιο είναι το βασικό συστατικό του αγώνα εγώ θα πω «Το Σπάρταθλο είναι φτιαγμένο από δάκρυα».

 

 

Σχόλια

Comments are closed.