Απαντώντας σε ερώτηση που τέθηκε για τα προβλήματα που εντοπίστηκαν το τελευταίο διάστημα στην τάφρο της Λαψίστας και τις ενέργειες της ΔΕΥΑΙ, ο πρόεδρός της, Γιώργος Παπαδιώτης, παρουσίασε τα δεδομένα που έχει στη διάθεσή της η επιχείρηση, τις παρεμβάσεις που έχουν γίνει στον βιολογικό καθαρισμό, αλλά και τα μέτρα αυξημένης εποπτείας που βρίσκονται πλέον σε εξέλιξη.
Ο κ. Παπαδιώτης υπενθύμισε ότι μετά από πολλά χρόνια δυσλειτουργιών στη μονάδα επεξεργασίας λυμάτων, έχουν πραγματοποιηθεί πολύ σημαντικές επενδύσεις, με στόχο να δοθούν οριστικές λύσεις σε προβλήματα που ταλαιπωρούσαν επί μακρόν τη λειτουργία του βιολογικού.
Όπως τόνισε, ο εκσυγχρονισμός της παλιάς μονάδας βρίσκεται πλέον στο τελικό στάδιο και αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του μήνα.
«Μετά από πολλά χρόνια δυσλειτουργιών του βιολογικού, έχουν γίνει τεράστιες επενδύσεις για να λυθούν τα προβλήματα αυτά και φτάνουμε πλέον στο τέλος τους. Ο εκσυγχρονισμός της παλιάς μονάδας έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και μέχρι το τέλος του μήνα θα έχει τελειώσει», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Πρόεδρος της ΔΕΥΑΙ σημείωσε ότι, με βάση τα στοιχεία που διαθέτει η επιχείρηση, η ποιότητα των επεξεργασμένων λυμάτων που εξέρχονται από τη μονάδα είναι άριστη, με εξαίρεση ορισμένες περιπτώσεις όπου εμφανίζονται υψηλότερα νιτρικά φορτία, τα οποία όμως, όπως διευκρίνισε, δεν θεωρούνται επικίνδυνα.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η ΔΕΥΑΙ δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα που δείχνουν αυξημένο μικροβιακό φορτίο στην τάφρο, επισημαίνοντας όμως ότι πρόκειται για ένα ανοιχτό σύστημα, στο οποίο μπορεί να παρεμβάλλονται και άλλοι παράγοντες.
Όπως εξήγησε, η πρώτη μέτρηση πραγματοποιείται περίπου 800 μέτρα μακριά από τον βιολογικό καθαρισμό και στη συνέχεια ακολουθούν μετρήσεις ανά ένα με δύο χιλιόμετρα, σε συνολικά 13 σημεία κατά μήκος της τάφρου.
Σύμφωνα με τον κ. Παπαδιώτη, από τις μετρήσεις αυτές εντοπίστηκε υψηλό μικροβιακό φορτίο, ωστόσο η ΔΕΥΑΙ δεν μπορεί να αποτελεί την πηγή του, καθώς τα επεξεργασμένα λύματα, πριν εξέλθουν προς την τάφρο, υφίστανται χλωρίωση.
«Μικροβιακό φορτίο από εμάς δεν μπορεί να υπάρχει, γιατί το επεξεργασμένο λύμα πριν βγει στην τάφρο χλωριώνεται. Άρα η ΔΕΥΑΙ δεν απορρίπτει μικροβιακό φορτίο», υπογράμμισε.
Ο ίδιος ανέφερε ότι εξετάζονται, τόσο από τη ΔΕΥΑΙ όσο και από τις αρμόδιες αρχές, όλα τα διαθέσιμα δεδομένα, ώστε να εντοπιστεί η πραγματική αιτία του προβλήματος.
Ο Πρόεδρος της ΔΕΥΑΙ στάθηκε ιδιαίτερα και σε ένα στοιχείο που, όπως είπε, προκαλεί προβληματισμό, ότι δηλαδή όσο οι μετρήσεις προχωρούν κατά μήκος της τάφρου, το φορτίο αυξάνεται.
Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, δείχνει ότι η επιβάρυνση δεν προέρχεται από την έξοδο της μονάδας επεξεργασίας λυμάτων, αλλά πιθανότατα από άλλες πηγές που θα πρέπει να εντοπιστούν.
Στο πλαίσιο αυτό, η επιχείρηση έχει ήδη αυξήσει την εποπτεία στα δίκτυα εισαγωγής λυμάτων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχουν αυθαίρετες ή παράνομες απορρίψεις επιβλαβών ουσιών στο δίκτυο ή κατά μήκος της τάφρου.
Στόχος, όπως υπογράμμισε ο κ. Παπαδιώτης, είναι να εντοπιστούν πιθανοί ρυπαντές και να υπάρξει πλήρης εικόνα για το τι πραγματικά συμβαίνει στην περιοχή.
Η ΔΕΥΑΙ, όπως τόνισε ο Πρόεδρός της, θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές, να εξετάζει όλα τα στοιχεία και να ενημερώνει υπεύθυνα τους πολίτες, με στόχο την προστασία του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας και της αξιοπιστίας των υποδομών διαχείρισης λυμάτων του Δήμου Ιωαννιτών.

