Ένας ακόμα Έλληνας προπονητής που κάνει καριέρα εκτός συνόρων και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία, είναι ο Γιάννης Σφαιρόπουλος. Ο προπονητής της Μακάμπι μίλησε αποκλειστικά στον ΔΩΔΩΝΗ SUPER FM και την εκπομπή «Στη Λακούβα» με τον Μιχάλη Μερτζιανίδη, τόσο για τις δύσκολες ώρες που διανύει και το μπάσκετ λόγω της παύσης όλων των διοργανώσεων όσο και για την πορεία που κατάφερε να έχει με την ισραηλινή ομάδα, καθώς και το πως διαβλέπει το μέλλον της ομάδας του.

Αναλυτικά: 

Για την κατάσταση που επικρατεί με τον Covid-19 στο Τελ Αβίβ: «Πήρε άμεσα μέτρα η κυβέρνηση και έκλεισαν σχολεία, εστιατόρια, καφέ και υπάρχει σύσταση να μην κυκλοφορεί ο κόσμος όχι ακόμα απαγόρευση όπως στην Ελλάδα. Ο κόσμος ήταν πιο χαλαρός στην αρχή, κυκλοφορούσε πιο πολύ, αλλά είναι αρκετά κι εδώ τα κρούσματα. Έχουν καλό σύστημα υγείας, έχουν ισχυρές δομές, ο κόσμος είναι πειθαρχημένος σε γενικές γραμμές απ’ όσο μπορώ να δω, γιατί δεν βγαίνω κι εγώ πολύ έξω να έχω άποψη για όλη την επικράτεια του Ισραήλ. Δεν είμαι ειδικός ούτε θέλω να πάρω τη θέση τους, αυτοί πρέπει να μιλάνε τώρα. Από την πλευρά μου προσπαθώ να στείλω κάποια μηνύματα στον κόσμο του μπάσκετ και στην κοινωνία ότι πρέπει να είμαστε θετικοί, να τηρούμε τις συστάσεις που μας γίνονται, να μένουμε σπίτι, να πλένουμε τα χέρια του, να αποφεύγουμε τις πολλές κοινωνικές επαφές για να ξεπεράσουμε την πανδημία και να επανέλθουμε σε φυσιολογικούς ρυθμούς».

Για το τι περίμενε να βρει και τι βρήκε πηγαίνοντας στο Ισραήλ: «Είναι μία προσπάθεια που ξεκίνησε τον προηγούμενο Νοέμβριο του 2018. Ήξερα τι θα βρω, προσπάθησα να αλλάξω άμεσα την ψυχολογία των παικτών, μίλησα με όλους ξεχωριστά με μικρά μίτινγκ, τους έβαλα τις βάσεις πως πρέπει να δουλέψουμε με καθέναν ξεχωριστά και μετά όλοι μαζί στο γήπεδο. Πρώτα έπρεπε να αλλάξει η ψυχολογία και μετά η νοοτροπία. Δουλέψαμε σκληρά στο γήπεδο. Είχα δει ότι παίζαμε πιο στατικό μπάσκετ στην επίθεση, εγώ ήθελα πιο γρήγορο. Τα αποτελέσματα φάνηκαν και πέρυσι που προσπαθήσαμε να μπούμε στο final four, παρά το χάντικαπ με το οποίο ξεκινήσαμε και τελικά χάσαμε την πρόκριση στη διαφορά πόντων. Η περσινή χρονιά ήταν βάση για τη φετινή, φέραμε κι άλλους παίκτες που θεωρούσαμε ότι μπορούσαμε να τους ‘παντρέψουμε’ με τον κορμό που είχαμε, κάναμε ένα καλό σύνολο και τα αποτελέσματα φάνηκαν από την αρχή. Ήταν μια αξιόλογη προσπάθεια και ελπίζω να συνεχιστεί φέτος στα παρκέ. Πήγαμε καλά ως τώρα, αλλά αν δεν συνεχιστεί η ευρωλίγκα δεν θα είναι ό,τι πιο ευχάριστο για μας. Θα θέλαμε να παίξουμε πλει-οφ γιατί προσπαθήσαμε πολύ μετά από 5 χρόνια να πετύχουμε κάτι τέτοιο, αλλά προέχει η υγεία. Έτσι είναι η ζωή».

Για το ότι του αρέσει να χτίζει ομάδες με μέλλον: «Γενικά η φετινή ομάδα έχει πολύ μέλλον, έχει πολύ καλό έμψυχο υλικό, νέους παίκτες ξένους και Ισραηλινούς. Προσπαθώ να παντρέψω την εμπειρία με τη φιλοδοξία. Γενικά παντρέψαμε ηλικίες και αποδίδει αυτό γιατί η ομάδα έχει παρόν και μέλλον».

Για το πώς είναι να βρίσκεσαι μέσα στον Γιαντ Ελιάου: «Είναι μία κατάσταση που όποιος τη ζει αισθάνεται δέος. Ο κόσμος είναι πολύ κοντά στην ομάδα, την ενισχύει, ξέρει μπάσκετ, είναι απαιτητικός, αλλά στηρίζει, η ανταπόκριση ήταν μεγάλη φέτος που πήγαμε και καλά. Από τα 13 εντός έδρας ματς της ευρωλίγκας κερδίσαμε τα 12. Νομίζω εμείς και η Ρεάλ έχουμε τέτοια επίδοση. Ο κόσμος αγκάλιασε την ομάδα και είχαμε sold out σε όλα τα ματς. Ήταν απίστευτο. Μου λένε στην ομάδα ότι είχαν να το ζήσουν από τις παλιές εποχές της Μακάμπι που έπαιρνε την ευρωλίγκα».

Για τη σχέση που ανέπτυξε με τον κόσμο της Μακάμπι: «Από την πρώτη στιγμή ο κόσμος με αγκάλιασε, με στήριξε, όταν ήρθαν και τα αποτελέσματα η σχέση μας εξελίχθηκε περισσότερο. Υπάρχει αγάπη του κόσμου σ’ εμένα και από εμένα προς αυτούς, αναγνώρισε τη δουλειά όλων των συνεργατών μου και εκδηλώνει την αγάπη του προς εμένα, αλλά και τους παίκτες».

Για τα ‘τοτέμ’ της Μακάμπι που γύρισαν ξανά στο γήπεδο: «Όταν υπάρχει κάτι καλό αρέσει στον κόσμο του μπάσκετ και είναι φυσικό να στηρίζουν όλοι».

Για το τι τον δυσκόλεψε στην καθημερινότητα στο Ισραήλ: «Για ‘μενα είναι το ίδιο είτε ζω στο Τελ Αβίβ είτε στη Ραφήνα όταν ήμουν στον Ολυμπιακό είτε στη Θεσσαλονίκη όταν ήμουν παλιότερα στον ΠΑΟΚ. Για ‘μενα ο τρόπος ζωής είναι σπίτι – δουλειά – σπίτι οπότε δεν προσαρμόστηκα σε κάτι διαφορετικό. Δεν ήρθα στη Μακάμπι για διακοπές, ήρθα να κάνω τη δουλειά μου όπως και στη Μόσχα που με -25 έκανα το ίδιο. Αμα δουλεύεις και αφοσιώνεσαι σ’ αυτό που κάνεις δεν ξέρεις αν έχει ήλιο και θάλασσα ή -25 βαθμούς και χιόνι. Εκφράζει τους ρυθμούς ζούμε όσοι ασχολούμαστε με το μπάσκετ και παίζουμε 80 παιχνίδια τη σεζόν».

Για τα πρώτα του μπασκετικά βήματα: «Κάθε άνθρωπος που θέλει να προχωρήσει, αν δουλέψει θα επιβραβευτεί. Δούλεψα σκληρά από μικρός δεν ήξερα που θα φτάσω. Θέλω να βελτιώνομαι κάθε μέρα, θέλω κάθε μέρα να γίνομαι καλύτερος, να κερδίζω κάτι από κάθε μέρα. Πρέπει να καθορίζουμε τα νέα δεδομένα και όχι απλά να τα γνωρίζουμε. Αυτό είναι το πιο σημαντικό για έναν επαγγελματία. Όταν κάνεις κάτι με αφοσίωση θα επιβραβευτείς».

Για την επιμονή του στα βασικά του μπάσκετ και την καλύτερη άμυνα της Μακάμπι: «Το μπάσκετ είναι απλό, αλλά είναι δύσκολο να κάνεις το απλό. Κάνοντας το απλό έχεις περισσότερες πιθανότητες να πας το παιχνίδι εκεί που θες. Τα βασικά του μπάσκετ είναι αυτά που πρέπει να χαρακτηρίζουν το παιχνίδι, πότε και πώς να πασάρει με ποιο χέρι να πασάρει, την ταχύτητα της πάσας ανάλογα με την ταχύτητα του παίκτη που θα τη δεχτεί, όλα είναι σημαντικά. Η έμφαση στην πάσα, την ντρίμπλα, την άμυνα, την ατομική η ομαδική τεχνική παίζουν ρόλο οι λεπτομέρειες. Επιμένω πάντα στις λεπτομέρειες. Και πάντα χρησιμοποιώντας το μυαλό που πρέπει να υπάρχει στο παιχνίδι και πρέπει να λειτουργούμε σκεπτόμενοι».

Για τις διαφορές στο μπάσκετ ανά τον κόσμο: «Στην Ελλάδα τα παιδιά δουλεύουν αρκετά σε πολύ μικρές ηλικίες, αλλά μετά σταματάνε από κάποια ηλικία. Για παράδειγμα στο Ισραήλ έχει πολύ καλούς σουτέρ, κάτι που σημαίνει ότι γίνεται πολύ προπόνηση στο σουτ. Στην Ελλάδα εκλείψανε οι σουτέρ και ίσως φταίμε κι εμείς οι προπονητές που δεν το δουλεύουμε. Στην Αμερική υπάρχει λιγότερη τακτική και δεν είναι τόσο ελεγχόμενο το παιχνίδι όπως στην Ευρώπη. Οι παίκτες κάνουν κάποια πράγματα εύκολα και απλά λόγω ταλέντου και αθλητικότητας. Στην Ευρώπη δεν είναι έτσι, αν και οδεύει προς τα εκεί σε κάποια στοιχεία. Η τακτική όμως είναι πιο ανεπτυγμένη ειδικά στην ευρωλίγκα».

Για τη «φουρνιά» εξαίρετων Ελλήνων προπονητών: «Το ελληνικό πρωτάθλημα είναι πολύ δύσκολο παρότι έπεσε το επίπεδο. Είχε πολλούς αξιόλογους και τοπ επίπεδου προπονητές, που τους μελετήσαμε ως πιο νεότεροι τότε. Το ‘90 και αρχές του 2000 είχαμε από τα καλύτερα πρωταθλήματα στην Ευρώπη. Πολλοί ταλαντούχοι παίκτες από την Αμερική και την πρώην Γιουγκοσλαβία είχαν έρθει εδώ. Αυτό βοήθησε τους προπονητές μας να εξελιχθούν βλέποντας προπονητές από το τοπ επίπεδο. Έτσι αυτή η γενιά των προπονητών δημιουργήθηκε μέσα σε δύσκολες καταστάσεις, σφυρηλατήθηκε σ’ ένα δύσκολο πρωτάθλημα και γι’ αυτό βλέπουμε πολλούς Έλληνες να δουλεύουν στο εξωτερικό».

Για την Εθνική ομάδα και αν τη σκέφτεται: «Είναι πολύ υποθετική ερώτηση. Όλοι θέλουμε να πάει καλά, αλλά έχει προπονητή, είναι ο Σκουρτόπουλος, κάνει καλή δουλειά και δεν είναι σωστό να μιλάμε για τη θέση του προπονητή».

Για το που θέλει να φτάσει με τη Μακάμπι: «Έχει ισχυρή διοίκηση, κόσμο και δημιουργούμε το αγωνιστικό κομμάτι να είναι εφάμιλλο των προηγούμενων ετών, όπως τότε που έφτανε στο final-4 και το κέρδιζε. Έχουμε ένα πλάνο τα επόμενα 2-3 χρόνια η ομάδα να αναπτυχθεί ακόμα περισσότερο. Όταν πηγαίνεις σ’ ένα final-4, έχεις και πιθανότητες να κερδίσεις το τρόπαιο».

Για τις προσωπικές του φιλοδοξίες: «Εγώ ξεκίνησα την προπονητική από την αγάπη μου προς το μπάσκετ, δεν ήξερα που θα φτάσω. Οπότε έχω έναν τρόπο ζωής με τον οποίο θέλω να προσφέρω στο μπάσκετ».

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ